Οι απόκρυφες επιστήμες στην Aρχαία Ελλάδα

Οι απόκρυφες επιστήμες στην Aρχαία Ελλάδα

Για τους αρχαίους Έλληνες η ανίχνευση του αγνώστου, γίνεται μέσω των Θεών, ή των σημείων που εκείνοι δίνουν στους ανθρώπους, είτε άμεσα είτε έμμεσα, είτε κατά τρόπο σαφή, είτε κατά τρόπο αλληγορικό και συμβολικό, οπότε σ’ αυτή την περίπτωση χρειάζεται ειδική αποκρυπτογράφηση. Και σ’ αυτή την ειδική αποκρυπτογράφηση, χρειάζονται ειδικά χαρισματικά πρόσωπα που είναι κάτοχοι της ειδικής τεχνικής.Τα πρόσωπα αυτά είναι οι μάντεις και είτε έχουν έμφυτη την ικανότητα να συλλαμβάνουν και να ερμηνεύουν τα μηνύματα (τα σημεία) των Θεών, είτε μαθαίνουν αυτή την τεχνική.

Οι μάντεις που ανήκαν στην πρώτη κατηγορία είναι εκπρόσωποι του πρώτου είδους μαντικής που λέγεται «φυσική ή άτεχνη» και δε διδάσκεται αλλά εκδηλώνεται κατά κανόνα μέσω της «κατοχής» του ατόμου αυτού από ένα θεό ή ένα πνεύμα όπως πιστεύεταιενώ οι μάντεις που ανήκαν στη δεύτερη κατηγορία εκπροσωπούν το δεύτερο είδος μαντικής που λέγεται «έντεχνη ή επαγωγική». Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν η Πυθία, η Κασσάνδρα, ή η Σίβυλλα, ενώ στη δεύτερη ο Κάλχας, ο Τειρεσίας κ.ά.Η αυξημένη παρατηρητικότητα του ανθρώπου, τον οδήγησε στην ανακάλυψη της έννοιας του χρόνου και της αιτιακής αλληλουχίας και διασύνδεσης των φαινομένων μέσα στο χρόνο. Η ικανότητα και δυνατότητα πρόβλεψης τακτά επαναλαμβανόμενων φαινομένων, οδήγησε κατ’ αρχήν στη ψυχολογική ανάγκη πρόβλεψης και γνώσης του μέλλοντος, που τόσο ζωτική σημασία έχει για τον άνθρωπο. Αλλά όχι μόνο του μέλλοντος. Αφού μπορεί να γίνει γνωστό το μέλλον (δηλ. το άγνωστο), με τον ίδιο τρόπο θα μπορεί να γίνουν επίσης γνωστά το παρελθόν και το παρόν.Ο θεμέλιος λίθος της ιδεολογίας της μαντείας είναι αναντίρρητα ο νόμος της αιτιότητας, σύμφωνα με τον οποίο για κάθε πράγμα υπάρχει η αιτία που το προκάλεσε, οπότε και η πρόγνωση καθίσταται δυνατή, εφόσον κάποιος μπορέσει να διαγνώσει τις διασυνδέσεις των αιτίων, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Πλούταρχος. Ο Πλάτων στο «Φαίδρο» την ορίζει ως «τήν γετών έμφρόνων ζήτησιν τού μέλλοντος διά των όρνίθων καί των άλλων σημείων». Κι ο Αριστοτέλης σημειώνει ότι επειδή ακριβώς συναρτάται με το μέλλον, πολλοί την ορίζουν ως επιστήμη «ελπιστική». Όμως όλοι αυτοί οι ορισμοί είναι ατελείς και γι’ αυτό το λόγο όχι απόλυτα ορθοί, γιατί η μαντική δεν αφορά μονάχα το μέλλον, αλλά και το παρελθόν και το παρόνΕίναι αυτό που χαρακτηριστικά γράφει ο Όμηρος μιλώντας για τον Κάλχα, ότι δηλ. αποκαλύπτει «τά τ’ εόντα, τα τ’ έσσόμενα πρό τ’ εόντα» (Ιλ. Ι. 70 «κι όλα τα κάτεχε, μελλούμενα και τωρινά και πρώτα»). Αυτό τον ορθό ορισμό της μαντικής κάνει ο Πλάτων στον «Τίμαιο» (71 Ε-72Α). Έτσι αποδέχεται ουσιαστικά τη διάκριση που κάνει ο Πλάτων στο «Φαίδρο», όταν αφ’ ενός ξεχωρίζει τη θεία μανία που καταλαμβάνει την Πυθία ή τις ιέρειες του μαντείου της Δωδώνης ή τη Σίβυλλα, οπότε με τη θεϊκή κατοχή προφητεύουν σωστά και σπουδαία, ενώ όταν βρίσκονται στα συγκαλά τους αποδίδουν είτε λίγο είτε καθόλου και αφ’ ετέρου τους μάντεις που χρησιμοποιούν τον ορθό λόγο και ερευνούν με αυτόν τα μελλούμενα με τη μελέτη των πτηνών ή άλλων σημείων. Η έντεχνη ή επαγωγική μαντική είναι σαφώς μεταγενέστερη, ενώ η πρώτη που λειτουργεί με την κατοχή και τον ενθουσιασμό (τη Θεϊκή μανία) είναι η αδίδακτη που προηγήθηκε.

Το όνειρο στάθηκε ένας σημαντικότατος παράγοντας για τη διαμόρφωση της ιδέας της ψυχής και της ύπαρξης ενός αόρατου διπλού που μπορεί να αποχωριστεί από το σώμα και να ταξιδεύει, είτε μέσα στο χώρο είτε μέσα στο χρόνο, ερχόμενη σε επαφή με άλλες ψυχές που γνωρίζουν πράγματα που έχουν συμβεί ή προβλέπουν τα μελλούμενα. Υπήρχαν ειδικά ονειρομαντεία, όπως το περίφημο του Αμφιαράου και του Τροφώνιου στο οποίο ο αιτητής κατέβαινε σ’ ένα όρυγμα κι έβγαζε μόνος του το χρησμό. Προηγούνταν νηστεία και γενικά έντονη ψυχολογική υποβολή, το δε όνειρο που έβλεπε εθεωρείτο ως το μήνυμα απάντηση στο αίτημα.

Κατά τον Όμηρο τα όνειρα στέλνονται από το Δία και είτε είναι Θεία, είτε είναι απατηλά και κατά συνέπεια ολέθρια. Κατά τον αρχαίο ποιητή υπάρχουν δύο πύλες απ’ όπου περνάνε τα όνειρα. Η μία είναι από φίλντισι απ’ όπου βγαίνουν τα απατηλά και η άλλη από κέρατο απ’ όπου βγαίνουν τα αληθινά. Ο »δήμος ονείρων» τοπογραφικά τοποθετείται μεταξύ του πραγματικού κόσμου και του κόσμου των νεκρών, στο λιβάδι με τ’ ασφοδίλι όπου κατοικούν οι ψυχές, καθώς γράφει η «Οδύσσεια». Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, επειδή τα όνειρα είναι κοντά στις ψυχές των νεκρών, αποτελούν μηνύματα και συνεπώς μπορεί κάποιος να μαντέψει απ’ αυτά. Ο ειδικός ερμηνευτής των ονείρων, ο ονειροπόλος ή ονειρομάντης ήταν αρχικά δημόσιο πρόσωπο.

Η πίστη στη συμβολική κι αποκαλυπτική γλώσσα των ονείρων οδήγησε στην ονειροκριτική, που αναπτύχθηκε στην αρχαιότητα πάρα πολύ και υπήρξε μια πλουσιότατη φιλολογία. Ονειροκριτικά έγραψαν ο Αντιφών ο Αθηναίος ή τερατοσκόπος, ο Δημήτριος ο Φαληρεύς, ο Αντίπατρος, ο Αλέξανδρος ο Μύνδιος, ο Αρτέμων ο Μιλήσιος, ο Γεμίνος ο Τύριος, ο Αρτεμίδωρος του οποίου το «Ονειροκριτικόν» σώθηκε σε 5 βιβλία. Η μαντική αυτή εμπειρία, οδήγησε στην τεχνική αναζήτηση πληροφοριών μέσω των ονείρων. Και η μέθοδος αυτή είναι η εγκοίμησις που γινόταν σε ειδικούς τόπους (σπήλαια, χάσματα της γης, ιερά) όπου ήταν δυνατή η επικοινωνία με τους νεκρούς, τα χθόνια πνεύματα, ή τους θεούς, μιας και τα χάσματα της γης αποτελούν για την αρχαϊκή αντίληψη μια πύλη προς τον κάτω κόσμο.

Παραλλαγή αυτής της μαντικής είναι η νεκρομαντεία που αναπτύχθηκε στα λεγόμενα ψυχομαντεία ή ψυχοπομπεία, όπως ήταν το περίφημο του Ταινάρου, μέσω ειδικών προσώπων που λεγόντουσαν ψυχαγωγοί (αυτοί που οδηγούν τις ψυχές των νεκρών πάνω) και η όλη τελετουργία λεγόταν ψυχαγωγία. Πράξη ψυχαγωγίας είναι η περίφημη κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη, για να πάρει πληροφορίες για το τι γινόταν στην Ιθάκη, όπως πράξη ψυχαγωγίας είναι και η αρχή των «Περσών» του Αισχύλου, όπου οι Πέρσες ανακαλούν την ψυχή της Ατόσσας για να πληροφορηθούν τα νέα από το στρατό τους στη Σαλαμίνα.

Αναντίρρητα ο σημαντικότερος κλάδος της έντεχνης μαντικής είναι η ορνιθομαντεία ή οιωνοσκοπία, η οποία στηρίζεται στην εξήγηση της πτήσης των πουλιών, ή των κρωγμών τους ή των συνδυασμών που κάνουν κατά την ώρα της πτήσης. Φαίνεται πως υπάρχουν πολλοί λόγοι για να πιστεύουν ότι τα πουλιά είναι φορείς μαντικών μηνυμάτων. Κατ’ αρχήν τα πουλιά πετάνε ψηλά στον ουρανό, οπότε βλέπουν τα πάντα ενώ παράλληλα είναι κοντά στους θεούς και διατρέχουν τους δρόμους που συνενώνουν το φυσικό κόσμο με τον υπερφυσικό. Ένας πολύ βασικός παράγοντας για την πίστη ότι τα πουλιά είναι φορείς μαντικών μηνυμάτων, είναι το γεγονός ότι ορισμένα πτηνά είναι προάγγελοι φυσικών φαινομένων π.χ. τα αποδημητικά πουλιά που αγγέλλουν την άφιξη της άνοιξης, που είναι και η περίοδος της ανάστασης της νεκρωμένης βλάστησης (π.χ. χελιδόνια, γερανοί) κι απ’ αυτό κατά τα φαινόμενα έλκουν την καταγωγή τους τα χελιδονίσματα και οι κορωνισμοί.

Όλα τα πουλιά δεν εθεωρούντο μαντικά. Το κατ’ εξοχήν μαντικό πτηνό ήταν ο αετός, το σύμβολο του Δία, και ανάλογα από πού ερχόταν ερμηνευόταν ως αίσιος ή απαίσιος οιωνός. Αν ερχόταν από δεξιά (δεξιός όρνις) δηλ. από την ανατολή, τότε ήταν καλό σημάδι, αν αντίθετα ερχόταν από αριστερά, δηλ. από τη δύση που είναι το σκοτάδι και ο χώρος του Θανάτου, τότε ήταν κακό σημάδι. Γι’ αυτό έμεινε μέχρι σήμερα και η φράση «εύχομαι να σου πάνε όλα δεξιά», από τον δεξιό όρνι.

Άλλος κλάδος της μαντικής είναι η κληδονομαντεία. Η λέξη κληδών (ο νεοελληνικός τύπος είναι κλήδονας) προέρχεται από το ρήμα καλώ και σημαίνει τη φωνή, κυρίως τη Θεϊκή φήμη, και κατ’ επέκταση την προφητεία. Σημαίνει την προφητεία που προέρχεται από μια φράση, μια λέξη, ένα φθόγγο ή μια φωνή που ακούγεται τυχαία και προμηνύει ακριβώς αυτό που λέει. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση μιας δούλας στο παλάτι του Οδυσσέα, που ακούγοντας μια βροντή του Διός, εύχεται να’ ναι το τέλος των μνηστήρων, ευχή που ακούει με χαρά ο Οδυσσέας ως κλεηδόνα. Διοσημείαι λέγονται τα μετεωρικά φαινόμενα όπως η βροχή, ο κεραυνός, η αστραπή που εκλαμβάνονται ως σημάδια του Διός εξ ου και η ονομασία Οι ενοποιοί σύμβολοι. Οι τυχαίες συναντήσεις στο δρόμο θεωρούνται επίσης μαντικό μήνυμα, γι’ αυτό και σήμερα ο λαός μας το συναπάντημα με ορισμένα πρόσωπα τα θεωρεί μηνύματα κακά.

Ο λεξικογράφος Ησύχιος τη λέξη «σύμβολος» την ταυτίζει με τη λέξη οιωνός. Στους παλμούς (στην «επιστήμη παλμικόν») ανήκουν όλες εκείνες οι αυτόματες ακούσιες κινήσεις του σώματος, όπως το παίξιμο του ματιού, το βούισμα του αυτιού, το φτάρνισμα, ο λόξυγγας κλπ. Ο Αθήναιος γράφει ότι τους πταρμούς (το φτάρνισμα) τους προσκυνούσαν ως ιερούς, προφανώς γιατί θεωρούσαν ότι κάποιο πνεύμα ή κάποιος Θεός μπήκε μέσα στο σώμα και εκφράζεται έξω από τη θέληση του ατόμου μιας και το φτάρνισμα είναι μια ακούσια αντανακλαστική ενέργεια. Με τον ίδιο τρόπο θεωρούσαν και το λόξιγκα θεϊκό μήνυμα, γι’ αυτό και οι σύγχρονοι νεοέλληνες επικαλούνται το Χριστό, ενώ στο φτάρνισμα ζητάν να τους πούμε έναν αριθμό για να μαντέψουν ποιο πρόσωπο τους θυμήθηκε, όταν τους τρωει το χέρι λένε πως θα πάρουν λεφτά κι όταν βουίζει το αυτί τους λένε πως θα ακούσουν κάποιο μήνυμα.

Στην ουσία πρόκειται για την αντίληψη ότι κάποιο πνεύμα έχει μπει μέσα τους και μιλάει, όπως στην περίπτωση των εγγαστρίμυθων που τους θεωρούσαν προφήτες και τους ονόμαζαν Ευρυκλέας ή στερνομάντεις, ή τους βραδύγλωσσους που νόμιζαν ότι ο Θεός του ανακόπτει τον κανονικό ρυθμό ομιλίας. Οι οράσεις (εξωτερικές ή εσωτερικές) που είτε είναι αυθόρμητες είτε προκαλούνται τεχνητά μέσω παραισθησιογόνων, αποτελούν μορφή μαντικής, όπως μαντική θεωρείται και η εκστατική αποκάλυψη και η προφητική μανία. Οι μέθοδοι μαντείας δι’ εμπύρων (εμπυρομαντεία) ήταν πολλές και σχετίζονταν με τη θυσία, με τη στάση του ζώου, με τα σπλάχνα του (αν ήταν σε ορθή στάση, αν έλειπαν, αν ήταν διπλά κλπ.), με το αίμα. Ανάλογα με το αντικείμενό τους, οι μορφές μαντικής λεγόντουσαν σπλσχνοσκοπία, αλευρομαντεία, αλφιτομαντεία, κριθομαντεία, φυλλομαντεία, ωοσκοπία, λιβανομαντεία, ωμοπλατοσκοπία (που κάνουν μέχρι σήμερα οι Έλληνες τσοπάνοι), ηπατοσκοπία, καπνοσκοπία, ιεροσκοπία.

Μια αξιοπερίεργη μορφή της μαντικής ήταν η Θεοκρισία. Μια μορφή θεοκρισίας είναι εκείνη κατά την οποία ο Θεός ή το Θείο αρνείται να δεχτεί τον ένοχο. Μορφές μαντικής που έλκουν την καταγωγή τους απ’ αυτού του είδους τη Θεοκρισία, είναι οι περιπτώσεις που αναφέρει ο Παυσανίας για τη λίμνη της Ινώς στην Επίδαυρο Λιμηρά, όπου στη γιορτή της έριχναν ζυμαρικά από κριθάλευρο κι αν το νερό τα έπαιρνε κάτω, τότε ήταν αίσιο σημάδι, ενώ αν τα έβγαζε εθεωρείτο σημάδι κακό.

Ο Μαντικός Σαμανισμός αποτελούσε άλλον ένα ιδιαίτερο κλάδο που χαρακτηρίζεται όχι από κατοχή, αλλά αντίθετα όπως πιστεύεται, από έναν ιδιότυπο αναχωρητισμό, κατά τον οποίο η ψυχή, κάτω από αυστηρή εξάσκηση, απομόνωση και νηστεία, εγκαταλείπει προσωρινά το σώμα και ταξιδεύει σε μακρινά μέρη, εξ’ ου και η μαντική της δύναμη, αφού βρίσκεται σε δύο ή και περισσότερα μέρη ταυτόχρονα.

Ο Ηρόδοτος, ο Πλίνιος, ο Μάξιμος Τύριος και το λεξικό της Σούδας αναφέρουν το διτοπισμό (δηλ. το ότι βρισκόταν ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικά μέρη) και τη διπαρουσία του Αριστέα του Προκονήσιου. Ωστόσο στον αστικοποιημένο ελληνικό χώρο της κλασικής εποχής υπάρχουν πολλές επιβιώσεις σαμανιστικών δομών (δες Ε. Dodds, «Οι ‘Ελληνες και το μη-λογικό», σημ. 32, κεφ. 5). Ο Αριστέας έχει τη δύναμη να εγκαταλείπει το σώμα του και από την Προκόνησο να εμφανίζεται στην Κύζικο ή στο Μεταπόντιο της Ιταλίας (Ηρόδοτος 4, 14-15). Ο Άβαρης έχει την ικανότητα να πετά στον ουρανό (Πορφύριος, «Βίος Πυθαγόρου», 29). Ο Πυθαγόρας μπορούσε να βρίσκεται ταυτόχρονα στον Κρότωνα και το Μεταπόντιο (Ιάμβλιχος, «Βίος Πυθαγόρου», 7, 41). Ο Εμπεδοκλής από τον Ακράγαντα της Σικελίας, άριστος ρήτορας και γιατρός, που ο Τίμαιος αναφέρει πως μεταρρύθμισε τη Βουλή των Χιλίων, μπορούσε να κρατήσει το σώμα του χωρίς αναπνοή και σφυγμό για τριάντα ημέρες (61, Διογένης Λαέρτιος, 8, 51, Diels). Ο Επιμενίδης, την τεσσαρακοστή έκτη Ολυμπιάδα (596-593) σταμάτησε μια μεγάλη επιδημία στην Αθήνα, (Διογ. Λαερτ. 1.109) και είχε την ικανότητα σύμφωνα με το λεξικό Suida, «..εξίοι ψυχήν οπόσον ήθελε καιρόν και πάλιν εισήκει εν τω σώματι..», δηλαδή να βγάζει την ψυχή από το σώμα για όσο χρονικό διάστημα επιθυμούσε και ύστερα να την ξαναφέρνει ξανά πίσω στο σώμα. Οι βασικές δυνάμεις που χαρακτηρίζουν το σαμάνο είναι η διπαρουσία, η προφητεία και η μαγική θεραπεία

ΤΑ ΜΑΝΤΕΙΑ

Σε πολλές περιόδους και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, τα μαντεία και οι χρησμοί έπαιξαν τεράστια ρόλο στη ζωή του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Ιδιαίτερα στη φάση του ελληνικού αποικισμού, κατά τον οποίο το Μαντείο των Δελφών έπαιξε σημαντικότατο ρόλο. Ήδη στα χρόνια τα ομηρικά, οι μάντεις φαίνεται ότι αποτελούσαν επαγγελματική τάξη που συγκαταλέγονταν στους δημιουργούς, σ’ αυτούς δηλ. που προσφέρουν έργο στο δήμο («δημιοεργός» από τη λέξη «δήμιος» που σημαίνει στο δήμο, στο λαό, δημόσιος, κοινωφελής και τη λέξη «έργο»).

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ ΤΗΣ ΔΩΔΩΝΗΣ.

Το αρχαιότερο γνωστό μαντείο της Ελλάδας είναι της Δωδώνης. Είναι το μόνο μαντείο που αναφέρει ρητά ο Όμηρος (Ιλ. 16.233-235 και Οδ. 14.237 και 19.296-299). Εδώ λατρευόταν ο Ζευς Δωδωναίος που λεγόταν και Πελασγικός (γεγονός που δείχνει την αρχαϊκότητά του) από τους Σελλούς που είχαν τη συνήθεια να κοιμούνται κατάχαμα (χαμαιεύναι) και να παραμένουν με άπλυτα πόδια (ανιπτόποδες) προφανώς για λόγους τελετουργικούς, μιας και η Γη εθεωρείτο η πηγή της μαντείας και κατά συνέπεια η επαφή με αυτήν τους έδινε αυτή την ικανότητα. Η γη είναι η δότειρα της ζωής και στα σπλάχνα της κρατάει τους νεκρούς, άρα γνωρίζει τα πάντα. Ο Όμηρος τους χαρακτηρίζει υποφήτες και όχι προφήτες. Προφήτης είναι αυτός που μιλάει εκ μέρους κάποιου Θεού, ενώ υποφήτης, όπως πολύ εύστοχα παρατήρησαν οι αρχαίοι σχολιαστές, είναι εκείνος που προτείνει μιαν ερμηνεία.

Ο Δωδωναίος Ζευς λατρευόταν σε μιαν ειδική φηγό, δηλ. βελανιδιά, που εθεωρείτο από τα πρώτα δέντρα που έδωσαν τροφή στους ανθρώπους. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι κατά το τοτεμικό στάδιο έχουμε την ανάπτυξη της δενδρολατρείας, που τόσο μεγάλη σημασία είχε στη μινωική θρησκεία όπως προκύπτει από πλήθος δακτυλιόλιθων. Ίσως επειδή η δρυς είναι από τα πιο κεραυνόπληκτα δέντρα να σχετίζεται ακριβώς γι’ αυτό το λόγο με το Δία, το Θεό του κεραυνού και γι’ αυτό θεωρήθηκε ιερό και μαντικό επειδή «κατεχόταν» απ’ αυτόν. Η παράδοση αναφέρει ότι η φηγός μιλούσε. Τα σύμβολα της χρησμωδίας δεν ήταν μονάχα το θρόισμα που έκανε η φηγός ή το τρίξιμό της αλλά και η πτήση τριών περιστεριών που την ερμήνευαν τρεις γριές γυναίκες που λέγονταν «πελειάδες».

Ένας τρίτος τρόπος μαντικής στη Δωδώνη ήταν το περίφημο «χαλκείον». Επρόκειτο για ένα χάλκινο δοχείο που πάνω του στεκόταν ένας ανδριάντας που κρατούσε χάλκινο μαστίγιο, αφιέρωμα των Κερκυραίων, που ήταν τριπλή και αλυσιδωτή και είχε πάνω της δεμένους αστραγάλους, οι οποίοι με το φύσημα του ανέμου χτυπούσαν το ηχείο συνεχώς κάνοντάς το να αφήνει ήχους μεγάλης διάρκειας, ώστε ώσπου να σβήσουν μπορούσες να μετρήσεις ως το τετρακόσια καθώς γράφει ο Στράβων.

Όμως, ο αρχαιότερος τρόπος μαντικής ήταν η υποβολή μιας απλής διαζευκτικής ερώτησης (π.χ. «αν πάω εκεί θα γίνει αυτό ή εκείνο», «να παντρευτώ ή όχι» κλπ.) και το μόνο που έκαναν οι Σελλοί ήταν να πουν αν ο θεός επιδοκίμασε ή αποδοκίμασε το ένα σκέλος της ερώτησης. Η απάντηση φαίνεται έβγαινε με κλήρο· αν το κουκί ήταν άσπρο τότε σήμαινε ναι, αν ήταν μαύρο τότε σήμαινε όχι.

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ.

Φαίνεται ότι ο Όμηρος γνώριζε και το Μαντείο των Δελφών που ήδη κάτοχός του ήταν ο Απόλλων. Παλαιότερα όμως, πρώτος κάτοχος ήταν η «πρωτόμαντις Γαία», μετά η κόρη της Θέμις, τρίτη η Φοίβη, μια τιτανίδα και Θυγατέρα της Γης κι αυτή το έδωσε σαν γενέθλιο δώρο στο Φοίβο. Φαίνεται, από την παράδοση που παραδίδει ο Ευριπίδης, ότι ο Απόλλων δεν πήρε ειρηνικά το μαντείο από τη Γη, αλλά μετά από σύγκρουση κι αφού σκότωσε το φίδι (το δράκοντα Πύθωνα) που προσωποποιούσε τη Γη και ήταν φρουρός του χάσματος όπου βρίσκονταν το ονειρομαντείο. Η Πυθία, ο προφητικός ενδιάμεσος των Δελφών, αρχικά ήταν νεαρή παρθένα, αλλά όταν κάποια βιάστηκε από το Θεσσαλό Εχεκράτη, νομοθέτησαν τα χρέη της Πυθίας να τα εκτελούν γυναίκες που ξεπέρασαν τα 50, αν και ντυνόντουσαν ως παρθένοι. Χρησμοδοτούσε μέσα από το άδυτο μια φορά το χρόνο, κατά την επέτειο της γέννησης του Απόλλωνα στις 7 του μήνα Βύσιου, αλλά αργότερα προφήτευε κάθε μήνα την έβδομη μέρα.

Ο Φλασελιέρ εικάζει ότι ειδικές προσφυγές μπορούσαν να γίνουν και άλλες μέρες, εκτός από τις αποφράδες κι ότι πιθανότατα η Πυθία έδινε απαντήσεις με κλήρο οποτεδήποτε, φτάνει η μέρα να ήταν αίσια. Οι ερωτήσεις απευθύνονταν τόσο από πόλεις-κράτη που προηγούνταν, όσο και από ιδιώτες κι αφορούσαν οποιοδήποτε ζήτημα. Οι Πυθίες δεν προέρχονταν από αριστοκρατικές οικογένειες, αλλά τις περισσότερες φορές ήταν κόρες φτωχών και άσημων γεωργών. Όταν το μαντείο έφτασε στην πλήρη ακμή του υπήρχαν τρεις Πυθίες, απ’ τις οποίες η μια εφεδρική. Πιθανόν η Πυθία να μιλούσε αφού βρισκόταν σε βαθιά έκσταση, μέσω μιας δυναμικής υποβολής, που όπως στον υπνωτισμό. Θα εκτόπιζε προσωρινά την κανονική της προσωπικότητα όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Parke. Καθόταν πάνω σε ένα τρίποδο, αφού προηγούμενα είχε περάσει μια προκαταρκτική καθαρτική τελετουργία. ‘Έπινε νερό από την Κασσοτίδα πηγή, μασούσε δάφνη, υποκαπνιζόταν και όταν βρισκόταν σε κατάσταση έκστασης, ψέλλιζε πιθανότατα λέξεις ακατανόητες και ασύνδετες, τις οποίες όμως το ιερατείο και συγκεκριμένα οι υποφήτες χρησιμοποιούσαν για να διατυπώσουν τελικά το χρησμό, με μεγάλη περίσκεψη και τέχνη συνήθως έμμετρα, έτσι ώστε να υπάρχουν περισσότερες από μια ερμηνείες και μάλιστα πολλές φορές να έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους, γι’ αυτό και ο Απόλλων λεγόταν Λοξίας.

Η Πυθία έμπαινε στο άδυτο μονάχα αφού οι ιερείς της το επέτρεπαν, μετά τη διαπίστωση ότι ο θεός ήταν εκεί. Κι αυτό γινόταν με μια δοκιμασία. Έφερναν μπροστά στον Απόλλωνα μια λατρευτική γίδα και τη ράντιζαν με κρύο νερό, κι αν το ζώο άρχιζε να τρέμει, τότε αυτό σήμαινε πως ο θεός ήταν παρών κι η Πυθία θα έτρεμε κατά τον ενθουσιασμό όπως η κατσίκα. Στο άδυτο δεν επιτρεπόταν να μπει καμιά γυναίκα, όπως και το μαντείο δεν επιτρεπόταν να το συμβουλευτούν γυναίκες, παρά μονάχα μέσω ενός άνδρα μεσολαβητή. Ο αιτητής συνοδευόταν από τους ιερείς που τον συμβούλευαν τι να κάνει, από τον πρόξενο, τον τοπικό δηλ. αντιπρόσωπο της πόλης του στους Δελφούς. Οι Ιερείς έκαναν τη θυσία βοηθούμενοι ίσως από τους Οσίους, ο δε προφήτης έπαιρνε είτε γραπτά είτε προφορικά τα ερωτήματά του και τα υπέβαλε στην Πυθία. Καθώς φαίνεται, ούτε ο προφήτης ούτε και ο αιτητής την έβλεπαν. Δεν ξέρουμε κατά πόσο άκουγε τα ψελλίσματα της Πυθίας, που όντας σε κατάσταση μανικής κατοχής, κραύγαζε.

Ο προφήτης ήταν υπεύθυνος για την αποκρυπτογράφηση της απάντησης του θεού και τη μετέφερε σε εξάμετρους στίχους. Υπήρχε και μια εναλλακτική μέθοδος μαντικής με κλήρο (άσπρα και μαύρα κουκιά) σε ερωτήματα διαζευκτικού τύπου. Ένα αντίγραφο του χρησμού δινόταν στον αιτητή, κυρίως εφόσον εκπροσωπούσε πόλη και κατά συνέπεια θα έπρεπε να μεταφέρει πιστά τα λόγια του θεού κι ένα δεύτερο κρατιόταν στο ζύγαστρον, το Δελφικό αρχείο. Εκείνοι που πήγαιναν να ρωτήσουν το θεό και στέλνονταν από τις πόλεις λεγόντουσαν θεοπρόποι. Ο Δελφοί αξίωναν την πρώτη θέση, αλλά το δικαίωμα της προτεραιότητας δινόταν σε πόλεις ή και σε άτομα, και αυτό λεγόταν προμαντεία. Στη Σπάρτη οι θεοπρόποι ονομάζονταν Πύθιοι, ήταν δύο και σιτίζονταν απ’ το δημόσιο ταμείο μαζί με τους βασιλείς. Για να συμβουλευτούν το μαντείο κατ’ αρχήν έπρεπε να προσφέρουν τον πέλανο, που αρχικά ήταν μια θρησκευτική πίττα κι αργότερα αντικαταστάθηκε από χρήματα τα οποία όμως εξακολούθησαν να λέγονται πέλανοι. Οι θεοπρόποι έκαναν καθαρμό στην Κασταλία πηγή και πρόσφεραν θυσία.

Ο Φλασελιέρ σημειώνει ότι η τιμή σε χρήματα για τη συμβουλή του μαντείου για μια πόλη ήταν 11 φορές μεγαλύτερη από του ιδιώτη. Οι Δελφοί αποτέλεσαν εκπληκτικό κέντρο πληροφοριών και ήταν δικτυωμένοι με ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο, εθεωρείτο δε «πάντων (των μαντείων) αψευδέστατον» καθώς γράφει ο Στράβων. Κι επειδή προσέφευγαν σ’ αυτό κράτη, ήταν φυσικό να μην αποφύγουν την πολιτική επιρροή των ισχυρών, μιας και κάθε ελληνική πόλη αναζητούσε την ηγεμονία και φυσικά ήθελε να εκμεταλλευτεί προπαγανδιστικά το μαντείο, γιατί αυτό είχε τεράστια απήχηση ψυχολογική λόγω της θρησκευτικής πίστης.

Οι Δελφοί κατά τους Μηδικούς πολέμους μήδισαν, συμβουλεύοντας σε διάφορες ελληνικές πόλεις παράδοση. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου έκλινε προς τη Σπάρτη κι αργότερα με την άνοδο των Μακεδόνων τάχθηκε με το μέρος τους κι είναι χαρακτηριστικό ότι ο Δημοσθένης είπε την περίφημη φράση ότι η Πυθία φιλιππίζει. Ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος χρησιμοποίησαν τους Δελφούς σαν πολύτιμο κέντρο πολιτικής επιρροής. Όμως, τα μαντεία άρχισαν να χάνουν την προηγούμενη επιρροή τους κι έπεσαν σε παρακμή. Πολύ συνέβαλαν σ’ αυτό οι σοφιστές και ο ορθολογισμός που άκμασαν την περίοδο του 5ου αιώνα στην Αθήνα. Τα σπουδαιότερα μαντεία, εκτός απ’ αυτά τα δύο που αναφέρθηκαν, ήταν της Κλάρου, του Αμφιαράου και του Τροφώνιου (ονειρομαντεία).nea-acropoli-heraklio.gr

Αρέσει σε %d bloggers: