H ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ Η … ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ (ΝΕΡΟ)

ΝΕΡΟ < μσν. νερό(ν) < ουσιαστ. νηρόν (6ος αι.) < ελνστ. νηρόν = ουσιαστικοπ. ουδ. επιθ. (νηρόν ύδωρ =φρέσκο νερό) < ελνστ. νηρός < συναίρ. του αρχ. νεαρός = νέος, νεανικός, πρόσφατος…

Πηγή: H ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ Η … ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ (ΝΕΡΟ)

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: