στα Σφακιά- Η ταφή, τα μνημόσυνα

ίναι όλα μαύρα, ως κSOFOSαι τα τραπεζομάντηλα και τα κασελοσκεπάσματα (σκέπασμα καρυδένιου μπαούλου). Εις τον τοίχον μόνον η φωτογραφία του αποθανόντος.

Σαράντα μέρες από του θανάτου του νεκρού πρέπει να πιάνη η μητέρα, η γυναίκα ή η αδερφή του νεκρού λιβάνι, δηλ. επί σαράντα μέρες ετοιμάζεται φαγητό επιίτηδες, το οποίον δίδεται εις φτωχά σπίτια «για συγχωρεμό» και πιστεύεται ότι ο πεθαμένος τα ευρίσκει εις τον κάτω κόσμον, γι’αυτό και φροντίζουν να είναι εξαιρετικά.

 

Με την αυγή ετοιμάζεται και μαγειρεύεται το φαγητό: σαν τελειώση τοποθετείται στο τραπέζι ως εξής: Ένα πιάτο φαγητό, ψωμί, κρασί γεμάτο ένα ποτήρι, ένα ποτήρι νερό, το θυμιατό με λιβάνι, ένα κερί αναμμένο. Αν έχη ετοιμαστή και δεύτερο είδος φαγητού, βάζουν και απ’αυτό δεύτερο πιάτο. Μέσα στο θυμιατό παίρνει αυτός που το ετοιμάζει μια σταγόνα κρασί, μια σταγόνα νερό (με το μικρό του δάκτυλο: το βουτά στο ποτήρι και το στάζει επάνω), ένα ψίχουλο ψωμί, ένα ψίχουλο από το κάθε φαγητό και λίγο λιβάνι. Κρατεί στο χέρι το θυμιατό, σταυρώνει επάνω εις το τραπέζι τρεις φορές και λέει: κάμε, Χριστέ μου, να το βρή η ψυχή του στον κάτω κόσμο, να δροσιστή! Κατόπιν τοποθετεί το θυμιατό στην αυλή, σβήνει το κερί και παίρνει τα φαγιά στον δίσκο και τα δίνει στη γειτονιά. Η γυναίκα αυτή τα δίνει πρωϊ και χρειάζεται να είναι νηστική και καθαρή, τα δε φαγητά νηστήσιμα και τις νηστήσιμες ημέρες, έτσι ο νεκρός θα νοιώση χαρά και αγαλλίαση και θα τύχη δικαιοσύνης από τον Θεό. Στα πολύ φτωχά σπίτια το λιβάνι, δηλ. τα φαγιά αυτά, τα ξοδεύουν οι ίδιοι και συγχωρούν.

 

Η πεθούσα γυναίκα στα Σφακιά φορεί μαύρο μαντήλι στο κεφάλι (τσεμπέρι). Αν θέλη να δη τον νεκρό της και στον ύπνο, τοποθετεί επάνω στο τραπέζι αυτό, που τοποθετούνται και τα φαγιά, το τσεμπέρι της.

 

Στη Χώρα των Σφακίων η Δ…  Ψ… είδε το βράδυ  στον ύπνο της τον άνδρα της ότι φορούσε την Κρητική στολή του, χωρίς όμως στο κεφάλι νάχη το μεταξωτό μαύρο μαντήλι με τα κρόσια και τον ερώτησε γιατί;  Εκείνος της είπε τότε «ξεχάσατε να μου το δώσετε».

 

Το πρωί έψαξε και το βρήκε και το έδωσε εκεί που είχε δώσει και τη στολή του ονείρου. Το βράδυ πάλι τον ωνειρεύτηκε, διότι πάλι είχε τοποθετήσει το τσεμπέρι στο τραπέζι, και τότε τον είδε και το φορούσε γελαστός και ευχαριστημένος.

 

Η Μ. Β. από το Ασκύφου Σφακίων με τον ίδιο τρόπο είδε στον ύπνο της τον αδερφό της στολισμένο και αξύριστο και τον ερώτησε, γιατί δεν έχει ξυριστή. Τότε της είπε«Αφού δεν μου δώσετε μηχανή πώς να ξυριστώ;» Την επομένη έδωσαν σε κάποιο φτωχό τη μηχανή που ξυριζότανε.

 

Τα κόλλυβα εις τα Σφακιά δεν ετοιμάζονται κατά διάφορον τρόπον απ’ ό,τι εις την λοιπήν Κρήτη, μόνον που κάθε μνημόσυνο εκτός του δίσκου με τα κόλλυβα συνοδεύεται και από ένα δίσκον κουλούρια όπως και του γάμου, μια μεγάλη φιάλη κρασί, ένα δίσκον τυρί κομμένο σε κομμάτια και ένα δίσκον καλιτσουνάκια. Όλα αυτά δίδονται για συγχωρεμό εις τους εκκλησιαζομένους. Όταν συμπληρωθή το δεύτερον έτος από του θανάτου του νεκρού, του κάνουν πάλι κόλλυβα. Αυτό λέγεται συναπάντημα. Το ίδιο γίνεται και όταν συμπληρωθή το τρίτον έτος. Εδώ σταματούν τα μνημόσυνα, αλλά το πένθος εξακολουθεί, αν μάλιστα πρόκειται περί χήρας, δεν βγάζει εφ’όρου ζωής ούτε τα μαύρα ρούχα ούτε το τσεμπέρι της.

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΥΛΑΚΗ

Αρέσει σε %d bloggers: