ΓΛΥΠΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ – ΤΟΦΙΛΙ

Τίτλος: Το Φιλί
Θέση: Χώρος υποδοχής στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Λεωφ. Συγγρού 107-109
Έτος Κατασκευής: 1886
Υλικό Κατασκευής: Ορείχαλκος
Καλλιτέχνης: Αύγουστος Ροντέν

Το συγκεκριμένο γλυπτό είναι το τρίτο από τα τέσσερα νόμιμα αντίγραφα µε λατινικούς αριθμούς, (III/IV), που είχε δικαίωμα να χυτεύσει το Μουσείο Rodin στο Παρίσι από το πρωτότυπο εκμαγείο. Είχε αγοραστεί, μαζί με άλλες δύο γλυπτικές συνθέσεις του μαθητή του Ροντέν, Αντουάν Μπουρντέλ, από τον αείμνηστο Στέλιο Παπαδημητρίου για λογαριασμό του Ιδρύματος «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης» το 2004, µε την ευκαιρία της έκθεσης «Έξι κορυφαίοι γλύπτες συνομιλούν µε τον άνθρωπο», στην Εθνική Πινακοθήκη. Στη σημερινή του θέση μεταφέρθηκε το 2010.
Στο έργο αναπαρίστανται ένας νέος άνδρας και µια νεαρή γυναίκα στο άνθος της ηλικίας τους, γυμνοί, καθισμένοι πάνω σε έναν βράχο, να αγκαλιάζονται και να ανταλλάσσουν έναν τρυφερό ασπασμό. Η ένωση των δυο ανθρώπων έχει μια ιερότητα, έκδηλη στον τρόπο που το στιβαρό χέρι του άνδρα αγγίζει µε τρυφερότητα και σεβασμό το κορμί της γυναίκας. Καθώς διασταυρώνονται χιαστί τα κορμιά των εραστών, μοιάζουν να στροβιλίζονται γύρω από έναν νοητό άξονα, χαρίζοντας στην σύνθεση συναρπαστικές γωνίες θέασης από κάθε σημείο.
Ο καλλιτέχνης άρχισε να δουλεύει τη σύνθεση το 1882. Το 1887 παρουσιάστηκε στο Βέλγιο και το 1888, η Διεύθυνση Καλών Τεχνών της Γαλλίας παρήγγειλε στον γλύπτη ένα αντίτυπο σε μάρμαρο. Το 1898, «Το Φιλί» εκτέθηκε στο Salon de la Société Nationale στο Παρίσι κι έκτοτε βρίσκεται στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, όπου εξακολουθεί να λατρεύεται από το κοινό.
Το 1880 ανατέθηκε στον Ροντέν να διακοσμήσει την πύλη του Μουσείου Καλών Τεχνών, στο Παρίσι. Για το συγκεκριμένο έργο, που αργότερα ονομάστηκε «Οι Πύλες της Κολάσεως», ο καλλιτέχνης βασίστηκε στη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη και προσπάθησε να αποδώσει το ταξίδι στον Κάτω Κόσμο. Στα τέλη του 1880 η κατασκευή του μουσείου εγκαταλείφθηκε, ωστόσο ο Ροντέν συνέχισε να επεξεργάζεται περιοδικά το έργο αυτό μέχρι και το τέλος της ζωής του. Αναπαραστάσεις και στοιχεία από τη σπουδή του, αποτέλεσαν τη βάση για μερικά από τα δημοφιλέστερα έργα του, όπως «Ο Σκεπτόμενος» και «Το Φιλί».
Τα πρόσωπα της σύνθεσης είναι ο Paolo και η Francesca, ένα ξακουστό ζευγάρι εραστών που έζησαν στον Μεσαίωνα και δολοφονήθηκαν από τον απατημένο σύζυγο, άρχοντα του Ρίμινι, την ώρα που αντάλλασσαν το πρώτο τους φιλί. Το επεισόδιο αναφέρεται στην «Θεία Κωμωδία», στο πέμπτο άσμα της «Κολάσεως».
Ο Αύγουστος Ροντέν – Auguste Rodin (Παρίσι, 1840 – Μεντόν, 1917) ήταν Γάλλος γλύπτης, που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό με τα έργα του τη γλυπτική του 20ού αιώνα.
Σε ηλικία 14 ετών είχε ήδη αποτύχει τρεις φορές να εισαχθεί στην École des Beaux-Arts κι έτσι ξεκίνησε μαθήματα στην École Impériale de Dessin, γνωστή και ως Petite École (Μικρή Σχολή). Ανακάλυψε γρήγορα την προσωπική του κλίση στη γλυπτική, μελετώντας έργα της κλασσικής περιόδου και του Μιχαηλ Άγγελου. Έλαβε μέρος για πρώτη φορά στο περίφημο Σαλόν του Παρισιού το 1877, με το έργο «Η Εποχή του Μπρούντζου» κι έκτοτε η φήμη του ολοένα και αυξανόταν, όπως και οι παραγγελίες έργων του. Στα μέσα της δεκαετίας του 1880 γνωρίστηκε με την δεκαοκτάχρονη σπουδάστρια Καμίλ Κλοντέλ, η οποία σύντομα αποτέλεσε μαθήτρια, μοντέλο, συνεργάτιδα και ερωτική σύντροφό του, μέχρι το 1898. Παρόλο που τα γλυπτά του υπήρξαν αντικείμενα βίαιων αντιθέσεων ανάμεσα στους τεχνοκρίτες, στις αρχές του 20ού αιώνα, ήταν ήδη καταξιωμένος και αναγνωρισμένος ως ένας από τους σημαντικότερους γλύπτες. Το 1900, στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού, ένα τμήμα αφιερώθηκε αποκλειστικά σε έργα του.

Ο Ροντέν αρνήθηκε να αγνοήσει τις ανθρώπινες αδυναμίες, τις οποίες περιέγραψε όσο καλύτερα μπορούσε, με ρεαλισμό και δύναμη. Ξεπέρασε την κλασική ισορροπία, με μία ξέφρενη μνημειακότητα και έκανε το άγαλμα να εκρήγνυται σαν ηφαιστειακή λάβα, ξεπερνώντας κάθε όριο. Πίστευε πως ο σύγχρονος γλύπτης έπρεπε να δώσει στη «μοντέρνα» πόλη, μοντέρνα μνημεία. Προτιμούσε να αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του θεατή. Άφηνε μάλιστα συχνά ένα κομμάτι πέτρας ή μαρμάρου ακατέργαστο, θέλοντας να δώσει τη εντύπωση ότι η μορφή αναδύεται από το υλικό. Ο ίδιος όμως, με τον τρόπο αυτό, διεκδικούσε για τον εαυτό του το αναφαίρετο δικαίωμα, να θεωρεί πως ένα έργο έχει τελειώσει όταν ο ίδιος είχε εκπληρώσει τον καλλιτεχνικό του στόχο. Η τέχνη του θα έλεγε κανείς πως είναι αντίστοιχη με αυτή των Ιμπρεσιονιστών στη ζωγραφική.

Φωτογράφος: Έλση Καΐλη

 

Αρέσει σε %d bloggers: