ΓΛΥΠΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ –ΘΝΗΣΚΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ

Τίτλος: Θνήσκων Κένταυρος
Θέση: Προαύλιο στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Λεωφ. Συγγρού 107-109
Έτος Κατασκευής: 1914
Υλικό Κατασκευής: Ορείχαλκος
Καλλιτέχνης: Αντουάν Μπουρντέλ

Έργο ελεγειακού ύφους, κατορθώνει να μεταδώσει το αίσθημα της βαθύτατης μελαγχολίας από την απώλεια της ζωής και να καταστεί σύμβολο του αιώνιου δράματος του θανάτου. Ο γλύπτης απεικονίζει τον Κένταυρο τη στιγμή που, εγκαταλελειμμένος στην αργή επιθανάτια αγωνία, μετεωρίζεται μεταξύ ζωής και θανάτου. Η κεκλιμένη κεφαλή, η χαρακτηριστική έκφραση του προσώπου και οι τεντωμένοι μύες του κορμού απελευθερώνουν μια παράξενη δύναμη τη στιγμή που τα πόδια είναι αδύναμα, λυγισμένα, και προμηνύουν την συνολική κατάρρευση. Η λύρα ως πηγή αισθητικής και αρμονίας, καθυστερεί την πτώση της ανθρώπινης φύσεως, που αντιστέκεται στη φθορά. Σχολιάζοντας ο δημιουργός αινιγματικά το έργο του, αναφέρει: «Πεθαίνει, γιατί κανένας δεν πιστεύει πια σ’ αυτόν».

Το συγκεκριμένο γλυπτό, πιστό αντίγραφο του γύψινου εκμαγείου που βρίσκεται στο Μουσείο Bourdelle στο Παρίσι, είχε αγοραστεί μεταξύ άλλων από τον αείμνηστο Στέλιο Παπαδημητρίου για λογαριασμό του Ιδρύματος «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης» το 2004, µε την ευκαιρία της έκθεσης «Έξι κορυφαίοι γλύπτες συνομιλούν µε τον άνθρωπο», στην Εθνική Πινακοθήκη. Στη σημερινή του θέση μεταφέρθηκε το 2010.
Ο Κένταυρος είναι πλάσμα της Ελληνικής μυθολογίας. Στην ιστορία και την τέχνη οι κένταυροι απεικονίζονται με ανθρώπινο το άνω τμήμα του κορμού, και ζωικό (αλογίσιο) το κάτω. Ο μύθος τους τοποθετεί στη Θεσσαλία, στην κατεξοχήν μαγική γη της ελληνικής επικράτειας και ξεκινά από τον γηγενή βασιλιά των Λαπίθων. Ως ιδιοσυγκρασίες, φαίνεται πως δεν ήταν αρκετά ισορροπημένοι και παρουσιάζονται ως είδη πρωτόγονα που όφειλαν περισσότερα στη ζωική φύση τους παρά στην ανθρώπινη κληρονομιά τους.
Εξαίρεση αποτελεί ο Κένταυρος Χείρων, ο οποίος αντιπροσωπεύει την αφθονία και την ευλογία. Κοντά του μαθήτευσαν πολλοί ήρωες και μυθικά πρόσωπα, όπως ο Αχιλλέας, ο Ηρακλής και ο Ασκληπιός. Στη διδασκαλία του περιελάμβανε τις τέχνες, τις αγαθοεργές δυνάμεις του φυσικού κόσμου, όπως η αστρολογία, η βοτανική και η ιατρική αλλά και την άσκηση των εσωτερικών, φυσικών χαρισμάτων του καθενός, δώρα των θεών μέσω κληρονομικής διαδοχής ή προστασίας.
Ο Αντουάν Μπουρντέλ – Antoine Bourdelle (1861-1929) ήταν Γάλλος γλύπτης, άμεσος διάδοχος του Αυγούστου Ροντέν και ένας από τους επιφανέστερους πρωτοπόρους της μνημειακής γλυπτικής των αρχών του 20ού αιώνα.
Αρχικά σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Τουλούζης ενώ από το 1885 και μετά εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Το έργο που τον καθιέρωσε ήταν η «Κεφαλή του Απόλλωνα», που παρουσίασε στο Σαλόν της Εθνικής Εταιρείας Καλών Τεχνών το 1900. Το 1913 δημιούργησε τον γλυπτικό διάκοσμο της πρόσοψης και τις νωπογραφίες του Θεάτρου των Ηλυσίων Πεδίων, τονίζοντας την πεποίθησή του ότι η γλυπτική αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της αρχιτεκτονικής. Μαθητής του υπήρξε ο Έλληνας γλύπτης Θανάσης Απάρτης (1899 – 1972).
Ο Μπουρντέλ επηρεάστηκε κι εμπνεύστηκε από τον κλασικό ιδεαλισμό της αρχαίας Ελλάδας, αντιδρώντας με επιμονή στις επικρατούσες αντιλήψεις και τάσεις του γαλλικού Ιμπρεσιονισμού. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της τέχνης του είναι η σύνθεση της ταραχής με την τάξη, αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «οργανωμένο σάλο».
Αρέσει σε %d bloggers: