ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ – Η ΑΣΠΙΔΑ

Ασπίδα Βοιωτικού τύπου.

 

Γενική εισαγωγή

Η ασπίδα ήταν φορητός δίσκος με επαρκή ανθεκτικότητα, αλλά και μέγεθος, ώστε να προστατεύει τον πολεμιστή από τα χτυπήματα των αντιπάλων. Ως προς το μέγεθος, τα υλικά κατασκευής αλλά και το σχήμα της, η ασπίδα παρουσίαζε σχετικά μεγάλη ποικιλία

Περιγραφή

Η ασπίδα των Ομηρικών επών ήταν μεγάλη για να καλύπτει όλο το σώμα του πολεμιστή, με ένα ή περισσότερα στρώματα από δέρμα βοδιού και επικάλυψη από μέταλλο. Η ασπίδα του Αίαντα είχε επτά στρώματα από δέρμα βοδιού και το όγδοο από μέταλλο, ενώ του Αχιλλέα ήταν από πέντε αλλεπάλληλες πλάκες μετάλλου.
Στην αρχή η ασπίδα κατασκευάζονταν από κλαδιά δέντρων, κυρίως της ιτιάς, που πλέκονταν μεταξύ τους και καλύπτονταν με γύψο, δέρμα βοδιού και χαλκό. Αργότερα ο σκελετός της ήταν συνήθως από ξύλο που καλυπτόταν εξωτερικά με δέρμα είτε από χαλκό και ορείχαλκο. Στον 11ο και 10ο αιώνα οι τρεις τύποι ασπίδας της μυκηναϊκής εποχής, η οκτόσχημη, αυτή σε σχήμα πύργου και η στρογγυλή, χρησιμοποιούνταν ακόμη, τροποποιημένοι όμως κυρίως ως προς τις διαστάσεις τους που ήταν μικρότερες.
Στον 9ο και 8ο αιώνα υπήρχαν τρεις κύριοι τύποι ασπίδων: ο ορθογώνιος ή τετράγωνος, ο τύπος του Διπύλου με τοξοειδείς μεγάλες εγκοπές στα πλάγια και ο στρογγυλός. Από αυτούς, ο τύπος Διπύλου, καθώς και ο τετράγωνος ή ορθογώνιος είχαν τελαμώνα, ώστε να αναρτώνται από το λαιμό του πολεμιστή για να έχει τα χέρια του ελεύθερα. Πιθανόν μάλιστα να είχαν και μία κεντρική λαβή, ενώ η στρογγυλή ασπίδα είχε στο εσωτερικό της ένα χαρακτηριστικό κρίκο για την εξάρτησή της.
Η βοιωτική ασπίδααποτελεί μία παραλλαγή της ασπίδας του Διπύλου με δύο πλάγιες εγκοπές, αλλά μικρότερες. Η ονομασία της προέρχεται από την παρουσία της επάνω στα βοιωτικά νομίσματα απ’ όπου και γίνεται γνωστή.

Στα τέλη του 8ου αιώνα εμφανίζεται νέος τύπος ασπίδας με μεταλλική κάλυψη σε όλη την επιφάνεια και με μία λαβή στο κέντρο της.
Η μεγάλη στρόγγυλη ασπίδα, γνωστή ως όπλον η οποία επικράτησε σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις εμφανίστηκε στο Άργος στα τέλη του 8ου αιώνα. Η ασπίδα αυτή ήταν μάλιστα που έδωσε το όνομά της στους οπλίτες, δηλαδή στους πολεμιστές που την κρατούσαν. Το κυκλικό σχήμα της επελέγη μάλλον γιατί ήταν εύχρηστο, καθώς η κίνηση του κορμού και των βραχιόνων του πολεμιστή εγγράφονται σε κύκλο. Επιπλέον έτσι δίνονταν η δυνατότητα και για καλύτερη θέαση του εχθρού.
Η ασπίδα αυτή είχε διάμετρο 0,90μ. καλύπτοντας τον πολεμιστή από το σαγόνι μέχρι το γόνατο. Ήταν ελαφρά κυρτή με επίπεδη την περιφέρειά της, με σκελετό από ξύλο και ενίσχυση από ορείχαλκο. Η στεφάνη της ήταν πάντοτε επενδεδυμένη με ορείχαλκο και έφερε συνήθως ανάγλυφη διακόσμηση.
Το βασικό χαρακτηριστικό της ασπίδας αυτής ήταν το σύστημα της διπλής λαβής στο εσωτερικό. Εκεί ήταν τοποθετημένη μία ορειχάλκινη επικολλημένη ταινία που σχημάτιζε στη μέση λαβή και ονομάζονταν πόρπαξ. Στο δεξιό άκρο της εσωτερικής πλευράς υπήρχε παράλληλα με τον πόρπακα μία λαβή από δερμάτινο ιμάντα, η αντιλαβή. Στην περίμετρο της ασπίδας υπήρχε εσωτερικά σειρά από κρίκους εξαρτημένους από την αντύγα. Δύο από αυτούς χρησίμευαν για τη στερέωση της αντιλαβής, έτσι ώστε η ασπίδα να κρατιέται σταθερά από δύο μεριές, με το βραχίονα να είναι περασμένος στον πόρπακα και το χέρι να κρατά την αντιλαβή. Οι ιμάντες που συνδέουν μεταξύ τους τους υπολοίπους κρίκους, χρησίμευαν για την ανάρτηση της ασπίδας στην πλάτη. Το σύστημα της διπλής λαβής ήταν καθαρά ελληνική επινόηση και έδινε τη δυνατότητα ο οπλίτης να ανακουφίζεται από το μεγάλο βάρος της ασπίδας, να την κρατά σταθερά σε θέση λοξή ώστε να αποστρακίζει τα βλήματα, αλλά και να μπορεί να αφήνει την αντιλαβή για να κρατήσει ένα δεύτερο όπλο. Στην εξωτερική της πλευρά η ασπίδα έφερε συνήθως κάποιο έμβλημα, ενώ ένα ύφασμα κρεμασμένο στο κάτω μέρος της χρησίμευε για την προστασία των ποδιών από τα βέλη.
ΟΠΛΙΚΗ ΑΣΠΙΔΑ
Η οπλική ασπίδα ήταν το κυριότερο όπλο της φάλαγγας των αρχαίων βαριά οπλισμένων πεζών πολεμιστών, από τα τέλη του 8ου έως τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. Στις πηγές αναφέρεται ως αργολική ασπίδα ή αλλιώς με τη χρήση της λέξης όπλον.
Η ασπίδα ως όπλο αποτελούσε προέκταση του ίδιου του οπλίτη, ένα όπλο – με μεγάλη ηθική αξία, άρρηκτα συνδεδεμένο με την τιμή του πολεμιστή, καθώς η ριψασπία ως πράξη ήταν ταυτόσημη της δειλίας. Οι αρχαίοι οπλίτες επιθυμούσαν να πολεμούν με τη λαμπρότερη ασπίδα που μπορούσαν, όχι μόνο για λόγους προστασίας, αλλά και για λόγους γοήτρου.

Η αργολικές ασπίδες κατασκευάζονταν με χρήση τόρνου και μήτρας, σε πολυάνθρωπες εργαστηριακές μονάδες που λειτουργούσαν συστηματικά. Η παραγωγή τους ήταν προφανώς επιμερισμένη σε εξειδικευμένους τεχνίτες ανάλογα με τα στάδια κατασκευής. Για την παραγωγή μίας ασπίδας απαιτούνταν η συνεργασία μεταλλοτεχνιτών, τεκτόνων, σκυτοτόμων, σαγματοποιών και σηματουργών, ώστε να παραχθεί τελικά αυτό το τεχνολογικά προηγμένο προϊόν.

Περιγραφή

Η οπλιτική ασπίδα είχε σχεδόν κυκλικό περίγραμμα διαμέτρου περίπου 0,87μ., αν και αυτό εξαρτιόταν σε ένα βαθμό και από τη διάπλαση του ίδιου του οπλίτη. Διέθετε περιφέρεια σχεδόν επίπεδη και σώμα που καμπυλώνονταν απότομα επί 10-15 εκ. και στη συνέχεια γινόταν σχεδόν επίπεδο.

Το σώμα της ασπίδας ήταν κατασκευασμένο από ξύλο, στο οποίο και όφειλε την προστατευτική της ιδιότητα. Εξαιτίας του φθαρτού υλικού τους τα σώματα των αρχαίων ασπίδων δεν έχουν διασωθεί, σε αντίθεση με τα μεταλλικά προσαρτήματά τους. Οι πηγές, όπως ο Θεόφραστος και ο Πλίνιος, αναφέρουν ως κατάλληλα ξύλα για τη δημιουργία ασπίδων, αυτό της ιτιάς και της λεύκας, τα οποία χαρακτηρίζονταν από μικρό βάρος, συνοχή των ινών και ευκαμψία, πράγμα που επέτρεπε στην ασπίδα να έχει ελαστικότητα και να απορροφά μεγάλες δυνάμεις, χωρίς θραύση.

Για το κοίλο της ασπίδας χρησιμοποιούνταν λεπτές σανίδες σε διάφορα μήκη και πλάτη, που συναρμόζονταν με τη βοήθεια είτε ξύλινων γόμφων είτε ξύλινων ή μεταλλικών συνδέσμων, παράλληλα με τη χρήση ξυλόκολλας.

Σε ένα από τα σημαντικότερα σχετικά αρχαία λείψανα, στην ασπίδα Β του τάφου του Δερβενίου, παρατηρείται μέριμνα για τη μη στρέβλωση του υλικού, με τη χρήση σανίδων μικρού μήκους, με εγκάρσιες εγχαράξεις στα πέρατά τους, ώστε να ακυρωθεί η ισχύς των νεύρων του ξύλου που ευθύνονται για τη στρέβλωση.

Για την απορρόφηση των δυνάμεων και την αντοχή του όπλου, ιδιαίτερη σημασία είχε η οριζόντια διάταξη των σανίδων, καθώς και η διάταξη των μικρότερων ξύλινων στοιχείων που αποτελούσαν την αντύγα, ώστε να τέμνουν τη φορά των ινών και των αρμών των σανίδων του κοίλου (εικ. 4).

Οι διάφορες εργασίες που εκτελούνταν επάνω στο σώμα, σημειώνονταν από τον τεχνίτη, όπως διαπιστώνεται στην ασπίδα από το Δερβένι. Το κοίλο της ασπίδας επενδύονταν με ύφασμα ή δέρμα για την προστασία του ξύλου, για την κάλυψη των απολήξεων των καρφιών που στερέωναν τα μεταλλικά προσαρτήματα επάνω στο ξύλο, αλλά και για την προστασία του οπλίτη ο οποίος ερχόταν συνεχώς σε επαφή με την ασπίδα. Η εξωτερική επιφάνεια του ξύλου έφερε κατά περίπτωση ελασμάτινη επένδυση, κατασκευασμένη από ενιαίο, ιδιαίτερα λεπτό έλασμα, γεγονός που εξυπηρετούσε την άψογη εμφάνιση του όπλου και την προστασία του από τη διάβρωση και τη φθορά. Για τη συντήρηση και τη μόνωση της η ξύλινη γαστέρα επιχρίονταν με πίσσα ή κάποια άλλη ρητινώδη ουσία, ενώ η επιφάνεια προετοιμάζονταν κατάλληλα και για να δεχτεί την εκάστοτε γραπτή διακόσμηση και επιχρύσωση.

Η άντυξ ήταν η επίπεδη περιφέρεια της οπλικής ασπίδας με πλάτος 0,005μ-0,009μ., η οποία έφερε χάλκινη επένδυση από τον 7ο αιώνα, με έκτυπο, πολλαπλό πλοχμό. Για τη διακόσμηση των ελασμάτων της αντύγας χρησιμοποιούνταν “μήτρα” με τη μορφή κυλίνδρου με περιφέρεια μήκους 0,10μ

Η ασπίδα κουβαλιόταν με δύο συστήματα λαβών, του πόρπακος και της αντιλαβής, μέσω των οποίων σηκώνονταν όχι μόνο με την παλάμη, αλλά με το χέρι και κυρίως με τον ώμο, ο οποίος εισχωρώντας στο κοίλο, ανακούφιζε σημαντικά το χέρι του οπλίτη. Ο πόρπαξ ήταν κατασκευασμένος βασικά από δέρμα που επενδύονταν ενίοτε με λεπτό έλασμα, ενώ η τοποθέτησή του ήταν έκκεντρη για την ισορρόπηση του βάρους της ασπίδας. Η αντιλαβή, για τη μεταφορά της ασπίδας και όχι για το χειρισμό της, ήταν επίσης κατασκευασμένη από δέρμα.

 

Χρήση

Ως αμυντικό όπλο των αρχαίων οπλιτών

Βιβλιογραφία

  1. Σταματοπούλου Γ. Β., “Η Τεχνολογία των Οπλικών Ασπίδων”, 666-671, στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία, 2ο Διεθνές Συνέδριο, Πρακτικά, Αθήνα 2006.

Άλλη μικρότερη ασπίδα και ελαφρότερη ήταν η πέλτη, θρακική ασπίδα, σχήματος ημισελίνου ή στρογγυλή, χωρίς ίτυ, γύρω στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 4ου αιώνα, η οποία έδωσε το όνομά της στο σώμα των πελταστών. Η ασπίδα των Μακεδόνων ήταν διαμέτρου 0,60μ. και λιγότερο κυρτή από το όπλον.

tmth

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: