ΜΕΓΑΛΕΣ ΨΥΧΕΣ ( ΟΣΟΙ ΑΦΗΣΑΝ ΤΟ ΧΝΑΡΙ ΤΟΥΣ ) – ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

Η

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αξία από το να κάνεις επανάσταση μέσα στους επαναστάτες, θα έλεγε αν ζούσε ο λύκος της Εφέσου, ο φιλόσοφος Ηράκλειτος. Νομίζω πως είναι επίκαιρος για να δούμε τη ζωή του. Μια ζωή όχι στρωμένη με λουλούδια και λόγια ξύλινα αλλά με φωτιά και σίδερο, όπως εξελισσόταν στα χρόνια του χάους και της αναρχίας την εποχή της δημοκρατίας της Εφέσου. 

 Να δούμε όμως τι είπε, τι εννόησε και από τι αυτοφλεγόταν, τον οποίο κάποιοι δεν κατάλαβαν και τον είπαν σκοτεινό και αντιδημοκράτη, και σαφώς τον αδίκησαν και τον υποβάθμισαν. Ας δούμε λοιπόν τον μεγάλο αυτόν επαναστάτη.

 Ο Ηράκλειτος γεννήθηκε στην Έφεσο κατά το 544, που ήταν αποικία Αθηναίων, πρώην Δωριαίων εκ του πρώτου βασιλιά τους Λέλεγα που αναμίχτηκαν με ντόπιους Κάρες, αν και επιδράσεις Κρητών στα παλαιότερα χρόνια δεν πρέπει να αποκλείονται. Ο πατέρας του ήταν ιεροφάντης των Ελευσινίων και κρατούσε από τη γενιά του τελευταίου βασιλιά των Αθηνών, του Κόδρου, επομένως ο Ηράκλειτος προκύπτει συγγενής του Σόλωνα (και εμμέσως του Πεισίστρατου). Ξέρουμε ότι είχε έναν μικρό αδελφό που του μετέγραψε την περιουσία του όταν αεισοικτίρισε (εκ του αεί σε οικτίρω – σε απαξιώ δια παντός και σε λυπάμαι) τους «τιποτένιους» όπως χαρακτήρισε τους συμπατριώτες του, καίγοντας τα γραφτά του και φεύγοντας προς το βουνό για να ζει σαν ερημίτης, την εποχή της δημιουργίας της δημοκρατίας της Έφεσου. Δυνατός στο πνεύμα, αιρετικός κι εγωιστής, υπήρξε ένας φιλόσοφος αυτοδημιούργητος, αυτοπροσδιοριζόμενος, αναρχοαυτόνομος, θιασώτης της έρευνας της απροσδιοριστίας και υπέρμαχος της έννοιας του ανώτερου ανθρώπου, και όχι του υπερανθρώπου όπως τον φαντάστηκε ο Νίτσε. Ένας Νίτσε που όταν άκουγε για Ηράκλειτο ξέχναγε τις αμαρτωλές σκέψεις του για γυναίκα του Βάγκνερ.

Την εποχή που η Ιωνία πιεζόταν από την εξουσία των Περσών και την καταπίεση των ντόπιων τυράννων της, δωσίλογων κι εγκάθετων του κοσμοκράτορα Δαρείου, κάποιοι στις Ιωνικές πόλεις είχαν φλογιστεί για την αρχή της φύσης των πραγμάτων. Ο Αναξίμανδρος μιλούσε για μια δημιουργική ουσία «άπειρη», με την έννοια του απείρου ως «απροσδιόριστο» και όχι ως απεριόριστο όπως συχνά μεταφράζεται απο κάποιους που ξεχνούν ότι οι Ίωνες το σύμπαν το θεωρούσαν κλειστό, ένα και περιχαρακωμένο (έν το παν). Το ά-πειρον του Αναξίμανδρου είναι ουσία αείζωος που δεν έχει αποκτήσει πείρα εκ της πυράς, η οποία ανακυκλώνεται αποκτώντας εξ αυτής την εμπειρία. Κρατήστε το αυτό ως υποσημείωση και θα το συναντήσουμε πιο κάτω στον Ηράκλειτο. Χωρίς τον Αναξίμανδρο, τον οποίο ο Ηράκλειτος δείχνει ότι είναι ένας από τους λίγους που σέβεται, δεν γίνεται κατανοητή η θεωρία του Εφέσιου, την οποία κάποιοι την εξέτρεψαν λέγοντας πως είπε ότι «τα πάντα ρει», πράγμα που το είπε μεν αλλά είναι επουσιώδες. Οι Ίωνες ως τον Ελεάτη Παρμενίδη πίστευαν όλοι στη μεταβλητότητα. 

 Ο Ηράκλειτος, συνεχίζοντας τη θεωρία του Αναξίμανδρου ή μάλλον πατώντας και άθελά του ακόμα πάνω σε αυτήν, μετά την εκλαΐκευσή της από τον Αναξιμένη ο οποίος όρισε το άπειρο – απροσδιόριστο ως αιθερικό στοιχείο, την πήγε προς τη θερμική ενέργεια. Αρχή του γίγνεσθαι της φύσης κατά τον Εφέσιο είναι ένα «αείζωον ευγενές πυρ» που μεταστοιχειώνεται από το απροσδιόριστο αιθέριο λεπτό στοιχείο σε υδαρές απτό και προσδιοριζόμενο που φτιάχνει τις μορφές. Ο Ηράκλειτος εδώ παρουσιάζεται σαν μια συνέχεια του Θαλή, του Αναξίμανδρου και του Αναξιμένη.

Η ελληνική φιλοσοφία αποτελεί μια συνέχεια, μην ακούτε αυτά που λέγονται ότι ο κάθε φιλόσοφος είπε διαφορετικά τη βασική ουσία. Όλοι αναφέρονται σε εξελικτικά της στάδια, από το Υπάρχειν (Αναξίμανδρος), στο Γίγνεσθαι (Ηράκλειτος), στο Φαίνεσθαι (Πυθαγόρας), στο Είναι (Παρμενίδης). Άντε, βάλαμε και τον Πυθαγόρα μέσα ως τέταρτο στο καρέ του σκληρού πόκερ της φιλοσοφίας, όπου ακούγονται και οι σχετικές βωμολοχίες. Ειδικά του Ηράκλειτου προς τον Πυθαγόρα που τον θεωρεί ότι εξέτρεψε τη σκέψη και κομίζει αλλότριες ιδέες. Η αρμονία σου είναι επιφανειακή, φαινομενική, πίσω είναι ένα χάος και πίσω από χάος υπάρχει κρυμμένη η αρμονία, του λέει. Πυθαγόρας και Ηράκλειτος βρίσκονται απέναντι, και παρέα με τον Ηράκλειτο τιθέμενος όρθιος παρά το πλευρό του βρίσκεται ένας άλλος γίγαντας της σκέψης, ο Ξενοφάνης, περιπαίζοντας τον Πυθαγόρα και αυτός για τη μετεμψύχωση. Αλλά δίπλα στον Πυθαγόρα θα κάτσει αργότερα ο Πλάτων, κοιτώντας όμως και με θαυμασμό τον Εφέσιο, ενώ ο Αριστοτέλης θα αυτονομηθεί διότι φίλος ο Πλάτων φιλτάτη η αλήθεια, γενόμενο των καρέ των φιλοσόφων 6, με το Σωκράτη να είναι στη γκανιότα προσπαθώντας να κάνει επαγωγή στη γλωσσική σημειολογία. Όταν η ψυχή του ανθρώπου αποπυρωθεί, λέει ο Ηράκλειτος, είναι σα να εξαχνώνεται μια σταγόνα νερού χρωματισμένη όπου όταν πάει στα σύννεφα και ξαναπέσει σαν βροχή, αποκλείεται τα στοιχεία που αποτελούν τα χρώματα να επιστρέψουν ενωμένα.

Και φτάσαμε στα χρόνια των προεόρτιων της Ιωνικής επανάστασης όπου οι τύραννοι της Ιωνίας εγκαταλείπουν με μιας την εξουσία τους, αφήνοντας την ηγεσία στο λαό ώστε να έχει το κίνημα της Ιωνικής εξέγερσης, λαϊκή βάση. Μη γελιόμαστε όμως για τον πατριωτισμό των τυράννων, πίσω από την πράξη τους αυτή κρύβονται ιδιοτελή συμφέροντα δυο ανθρώπων, όπως γράφει ο Ηρόδοτος, του πρώην τυράννου της Μιλήτου, Ιστιαίου, και του νυν και γαμπρού του, Αρισταγόρα. Εδώ αρχίζει η εποχή της κόλασης των Ιωνικών πόλεων όταν τα τυραννικά πολιτεύματα μεταπίπτουν απότομα σε δημοκρατικά. Μέσα σε αυτά είναι και της Εφέσου, όπου στο χάος που δημιουργείται εμφανίζεται για λίγο καιρό η μορφή του φιλόσοφου Ηράκλειτου, στην αρχή αποδεχόμενος και μετά αντιτιθέμενος στο λαϊκό κίνημα όπως εξελίσσεται.

Η κορύφωση της ρήξης προκαλείται όταν οι συμπολίτες του εξορίζουν ένα φίλο του, «για να είναι όλοι κατά κάτω ίσιοι», όπως λέει. Τους τα ψάλει οργίλος, καίει τα γραφτά του στο ναό της Άρτεμης και αναχωρεί προς το βουνό για να ζει σαν ερημίτης, απογοητευμένος από τους συνανθρώπους του, πιστεύοντας σε έναν άνθρωπο διαφορετικό, σε κόσμο αλλιώτικο κι ένα θεό πραγματικά δικό του. Μουρμουρίζουν πως είναι άθεος, αλλά: «περάστε, περάστε, μη φοβάστε, υπάρχει και θεός εδώ μέσα» λέει σε κάποιους που χτυπούν την πόρτα της καλύβας του και διστάζουν να περάσουν. Γλυκέ Ηράκλειτε, πόσο σε έχουν παρεξηγήσει…

«Όλα τα ορίζουν οι νόμοι της φωτιάς, ο λόγος και η απροσδιοριστία», είναι η βάση της φιλοσοφίας του, όπου «και να μπεις στο ίδιο ποτάμι δυο φορές δεν γίνεται γιατί τα νερά δεν θα είναι ίδια (όπως εξάλλου κι εσύ)». Τον θεωρούν χαοτικό αλλά πιο νομοκράτης από αυτόν δεν γίνεται. Η αρμονία και η μετεμψύχωση προέρχονται από ιδεοληψία για το φόβο του θανάτου, υποστηρίζει. Ο θεός δεν ασχολείται με ανθρώπους καθώς είναι «αΙο-ον (αιών, κρόνος – χρόνος) που ρίχνει ζάρια σαν μικρό παιδί και βασιλεύει με αυτά (χωρίς να ξέρει να τα ρίχνει)». «Δικαιοσύνη στη φύση δεν υφίσταται» υποστηρίζει, «καλό και κακό είναι το ίδιο πράγμα» και «πατήρ πάντων και βασιλιάς, ο πόλεμος». Τη φύση τη θεωρεί αντικειμενική, την κρίση υποκειμενική, και πιστεύει ότι ο άνθρωπος ακολουθεί μια κατά περίπτωση «συμφέρουσα» ιδεοληψία. Ο Ηράκλειτος είναι αιρετικός, χρειάζεται να είσαι δήλιος (φωτεινός και the best) κολυμβητής για να κολυμπήσεις στη χαώδη θάλασσα του νου του, κάνοντας βουτιά στα τρίσβαθα της σκέψης του για να τον εννοήσεις. Πρέπει να γίνεις σύγχρονα Δαρβινικός και πάνω σε μιαν άλλη ανθρώπινη πλευρά αξιοκράτης, δομώντας αντιτιθέμενες στον Κρόνο – χρόνο που τρώει τα παιδιά του, πάγιες ανθρώπινες αξίες, για να αναστείλεις το χαμό, τότε μόνο προκύπτει φως. «Η ζωή είναι θάνατος και ο ύπνος ζωή», λέει, που σημαίνει ότι όταν ζεις δεν ζεις και ζεις μόνο όταν δεν δουλεύει το μυαλό και είσαι κοιμισμένος. Ο ίδιος νοιώθει νεκροζώντανος, κλεισμένος σαν λύκος στο κουτί της γάτας του Σρέντινγκερ.

Θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες για αυτό τον συντηρητικό ανάρχα που έχει βαλθεί να εξηγήσει τους νόμους της απροσδιοριστίας μιας φύσης που ενώ φαίνεται αρμονική, πίσω από αυτήν δεν είναι, μη διστάζοντας να τα βάζει με ανθρώπους και θεούς, όχι χαϊδεύοντας αλλά τσακίζοντας τα σύμβολά τους, με τα λόγια της φωτιάς και τα αιρετικά γραφτά του. Τους ανθρώπους τους θέλει σε άλλη βάση, με συγκεκριμένες ηθικές και πνευματικές αξίες, ικανές να αντιμετωπίσουν την απροσδιοριστία και να δομήσουν μια κοινωνία συμπαγή, καθαρά Ελληνική και απομυθοποιημένη, απεγκλωβισμένη από καταστάσεις χάους, προσωποπαγούς ωφελιμότητας και ιδεοκρατίας. Εάν ο Ηράκλειτος λέγεται χαοτικός στη βαθύτερη διδασκαλία του προκύπτει ο ισχυρότερος πολέμιος του χάους. Ο Ηράκλειτος μιλώντας για το χάος είναι πλήρως αντι-χαοτικός.

Βρίζει ως και τους γιατρούς που τους θεωρεί αφιλοσόφητους κι αλμπάνηδες, προσπαθώντας να θεραπεύσει μόνος του την «υδροπυκία», κοινώς «ασκίτης» που εκδηλώνεται με οίδημα στην κοιλιά, κοινώς «τουμπανιασμα. Τώρα γνωρίζουμε πως ήταν ηπατοπάθεια, η οποία στην περίπτωση του οφειλόταν προφανώς σε υποπρωτεϊναιμία από ασιτία καθώς ζούσε σαν λύκος στην ερημιά στην οποία αποσύρθηκε καταθλιμμένος και υποσιτιζόμενος, τρώγοντας μόνο λίγα χόρτα. Το πρόβλημα αυτό της υγείας του προσπαθούσε να το αντιμετωπίσει βάσει της φιλοσοφικής του θερμοδυναμικής θέσης, βάζοντας στην πρησμένη κοιλιά του ξηρή θερμότητα για να μη χαθεί η εσωτερική φωτιά του. Ο Ηράκλειτος ήξερε πως πέθαινε…

Όταν τον ανακάλυψαν νεκρό πλέον στο βουνό, είπαν πως σκεπασμένο με κοπριά που την είχε βάλει επάνω του για να ζεσταθεί τον βρήκαν και τον ξέσκισαν οι σκύλοι και είχε το τέλος που του άξιζε. Αλλά και κάποιοι άλλοι λέγανε πως σκεπασμένος με άμμο ξεψύχησε κοιτώντας τον ήλιο του Αιγαίου, ενός Αιγαίου που του το είχαν στερήσει οι συμπολίτες του. Δεν μπορούμε να μη σταθούμε σε ένα επίγραμμα που κάποιος τους αφιέρωσε και λέει: «Τι με τραβολογάτε άθλιοι, δεν νοιάστηκα για εσάς αλλά για κάποιον άλλον, ο άνθρωπος αυτός για μένα αξίζει μυριάδες τρεις ενώ οι αμέτρητοι εσείς δεν φτουράτε ούτε έναν».

Αυτός με λίγα λόγια ως περίγραμμα ήταν ο Ηράκλειτος που κάποιοι τον είπαν σκοτεινό, αταξικό και άθεο, εκπρόσωπο του χάους και της αναρχίας και αντιδημοκράτη, βάζοντάς του ως έμβλημα της φιλοσοφίας του το ταπεινό «τα πάντα ρει» που σαφώς τον υποβαθμίζει. Όμως, πιο ταξικός, συνεπής, νομοκράτης και αξιοκράτης αλλά και πλέρια δημοκράτης από τον Ηράκλειτο ίσως άλλος δεν προκύπτει. Το γιατί πλέρια δημοκράτης, διότι η πληρότητα της δημοκρατίας πρέπει να στοχεύει στην αναγωγή του ανθρώπου σε ευγενέστερη μονάδα, κύρια πνευματική και όχι υλική, πιστεύω. Το λάθος του όμως ήταν ότι υπήρξε καταιγιστικός κι εγωκεντρικός, θεωρώντας «παιδιαρίσματα» τις γνώμες των άλλων, αλλά παρόλα αυτά, πιο ντόμπρος και καθάριος και σωστός στο συγκεκριμένο πεδίο του «γίγνεσθαι», άλλος δεν υπάρχει. Σήκωσε τη βέργα του και ούρλιαξε σαν λύκος για τον άνθρωπο και αυτοί που δεν κατάλαβαν τον σκότωσαν, χωρίς να έχει πειράξει ούτε έναν.

 

Ο Ηράκλειτος ως πολιτικό πρόσωπο

Η πολιτική δράση του Ηράκλειτου αρχίζει κατά τα φαινόμενα μεταξύ 510 και ως το 500 περίπου. Εξελίσσεται κατά τα χρόνια της προεργασίας της Ιωνικής επανάστασης, εποχή που οι εγκάθετοι τύραννοι παραιτούνται και συμβαίνουν οι σαρωτικές αλλαγές του πολιτεύματος στις Ιωνικές πόλεις. Ο σκληρός και φιλοπερσικός βραχνάς των τυράννων της Εφέσου, του Αρισταγόρα και του Κώμα, τελειώνει, και δρα ένας επαναστατικός λαϊκός πυρήνας.

Η επανάσταση της Εφέσου μπορεί να παρομοιαστεί με μια υποβαθμισμένη Γαλλική, όπου στη Γαλλική επανάσταση πετάχτηκε επάνω το καπάκι μιας χύτρας που έβραζε, ενώ στην Ιωνική το έβγαλαν οι ίδιοι οι τύραννοι. Σε πόλεις της Ιωνίας στις οποίες οι τύραννοι ήταν πολύ σκληροί, θανατώθηκαν από τον ατμό της οργής που πετάχτηκε απασφαλίζοντας τη χύτρα. Σε άλλες πόλεις οι ήπιοι αντιμετωπίστηκαν ανάλογα, σαν η χύτρα της λαϊκής οργής να μην είχε κάτωθεν του καπακιού κοχλάσει. Στην Έφεσο η αντίδραση υπήρξε μέτρια προς ισχυρή. Ο Ηράκλειτος προσπαθεί να μη συμβούν φαινόμενα ακραία. Είναι πατριώτης αλλά και δημοκράτης με προδιαγραφές, κρατώντας μέχρι τότε στάση αναμονής. Δεν απαντάται να έχει μετάσχει ως τότε στα κοινά, αν και θα μπορούσε ως αριστοκράτης και απόγονος του μεγάλου οικιστή, του Κοδρίδη Άνδροκλου, που προκύπτει ότι ήταν. Ο πατριωτισμός του βγαίνει μέσα από τα γραφτά του και η πολιτική του συμπεριφορά στα κρίσιμα χρόνια της αλλαγής του πολιτεύματος.

Όταν η αλλαγή του πολιτεύματος γίνεται απότομα, ας πούμε από την τυραννία στη δημοκρατία, στα χαοτικά χρόνια της γέννησης της αιμάτινης μικρής που ονομάζεται Δημοκρατία, το ρόλο της μαμής τον παίζει ένα διευθυντήριο, όπως συνέβη στη Γαλλική επανάσταση. Σε αυτό δεν γνωρίζουμε αν μετείχε ο Ηράκλειτος, μετείχε όμως όπως φαίνεται ένας φίλος του, ο Ερμόδωρος, τον οποίο ο Ηράκλειτος τον θεωρούσε αξιότερο όλων να ηγηθεί μια θέσης ανάλογης του επώνυμου άρχοντα της Αθήνας. Τηρουμένων των αναλογιών με τη Γαλλική επανάσταση, σε υποδεέστερη κλίμακα βεβαίως, ο Ερμόδωρος πρέπει να ήταν ένας ήπιος Δαντόν ή Μαρά ή και Ροβεσπιέρος ακόμη, ηγούμενος της μερίδας των συντηρητικών. Μασσαλιώτιδα ως θούριος δεν υπήρξε, γιατί όπως είπαμε η αλλαγή του πολιτεύματος δεν ήταν δυναμική (άσχετα αν υπέβοσκε) αλλά προσδιοριστική σε βάση λαϊκή. Υπήρχε όμως ένας Ευγένιος Ποτιέ, μέσω της μορφής ενός φτωχού ποιητή που ξεσήκωνε το λαό με τους στίχους του κατά της αδικίας (λέγοντας περίπου -εμπρός της γης οι κολασμένοι, η πείνα και το δίκαιο από το στομάχι βγαίνει), ο οποίος λεγόταν Ιππώναξ. Είναι εκπληκτικό πως η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται σε άλλη κλίμακα με αλλαγμένα ρούχα. 

Ο Ηράκλειτος πίστευε πως ήταν ευκαιρία για να δημιουργηθεί μια κοινωνία αξιών μέσα στη δημοκρατία και όχι μια κοινωνία δημοκρατίας μέσα από την οποία θα προερχόντουσαν οι αξίες. Ήταν σίγουρα ερειστικός με θέσεις συχνά ακραίες και αντίθετες στη λαϊκή βάση, σα να πούμε θέσεις ελιτίστικες ενός μπουρζουά επαναστάτη, ωρυόμενος ότι τις πράξεις του ανθρώπου πρέπει να τις καθοδηγούν τα ανώτερα όργανα που είναι το κεφάλι και όχι τα κατώτερα που είναι το στομάχι. Ο λαός, το διευθυντήριο, η «λαϊκή σέκτα» ίσως κατά τον Ηράκλειτο, απαντούσε πως με άδειο το στομάχι σκέψη δεν γίνεται, ο Ηράκλειτος ανταπαντούσε πως το στομάχι κάνει την εξέγερση αλλά τον πρώτο ρόλο πρέπει να τον έχει το κεφάλι. Μεταξύ του Ηράκλειτου και του λαϊκού πυρήνα δημιουργήθηκε μια άπωση που οδήγησε στον χαρακτηρισμό του μέχρι σήμερα ως «αντιδημοκράτη».

Ο Ηράκλειτος δεν ήταν ένας γλυκά ομιλών Σωκράτης αλλά ένας ωρυόμενος αποκαλυπτικός Σωκράτης που δεν τσίμπαγε σαν αλογόμυγα τα καπούλια μιας κοιμισμένης αλόγου πολιτείας αλλά μαστίγωνε με λόγια σκληρά ένα άλογο πεινασμένο και ασθενικό που ξεχύθηκε μόλις ένοιωσε ελεύθερο προς το φαΐ. Το ότι το άλογο ήταν ασθενικό, αυτό ίσως έσωσε τον Ηράκλειτο, διότι αν ήταν δυνατό, θα τον σκότωνε, όπως σκότωσε μετά από χρόνια το Σωκράτη. Ο Ηράκλειτος το μαστίγωνε με τα λόγια του για να κατευθυνθεί όχι προς το υλιστκό αλλά προς το πνευματικό κομμάτι από το οποίο πίστευε πως ήταν κατά βάση στερημένο.      

Ότι ήταν πατριώτης κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει καθώς επιτίθεται στον Πυθαγόρα βρίζοντάς τον ότι κομίζει στον Ελληνισμό ξενόφερτες ιδέες, κυρίως Βαβυλώνιες και Αιγυπτιακές μέσω της αριθμοσοφίας και της μετεμψύχωσης, εκτρέποντας τη σκέψη  προς τους αριθμούς και τη ζωή στην επαναφορά της, ενώ η σκέψη είναι αναντικατάστατη και η ζωή μοναδική. Ποια ζωή όμως; Όλοι μας είμαστε νεκροζώντανοι, εσώψυχα πιστεύει. Η πατριωτική του θέση φαίνεται επιπλέον από τη φημολογούμενη άρνησή του να συναντήσει το Δαρείο ο οποίος τον είχε προσκαλέσει στα Σούσα, διότι η φιλοσοφία του αείζωου πυρός του Ηράκλειτου συνέπιπτε με τη Ζωροαστρική πίστη του Πέρση ηγεμόνα. Αν ήταν άλλος στη θέση του Ηράκλειτου, σαφώς θα είχε πάει.

Ότι ήταν δημοκράτης, προκύπτει διότι μέχρι της έναρξης της δημοκρατίας δεν απαντάται να μετέχει στον ηγεμονικό πυρήνα. Δραστηριοποιήθηκε πολιτικά κατά τα φαινόμενα στην έναρξη της δημοκρατίας και κανείς στην εποχή του δεν τον κατηγόρησε για αντιδημοκράτη αλλά μάλλον με τα σημερινά δεδομένα θα του ταίριαζε ο τίτλος του αξιοκράτη δημοκράτη αντεπαναστάτη. Άλλο αντιδημοκράτης και άλλο αντεπαναστάτης και δη αξιοκρατικά δημοκρατικός. Ο αντιδημοκράτης δεν θέλει δημοκρατία, ο αντεπαναστάτης καταπολεμά την επανάσταση, ο δε αξιοκράτης αντεπαναστάτης δημοκράτης δεν θέλει μια τέτοια δημοκρατική επανάσταση με τους επαναστάτες να καταλαμβάνουν θώκους εξουσίας, και κάνει επανάσταση μέσα στην επανάσταση, όπως ο Μπακούνιν. Να μη μετέχουν οι επαναστάτες στην εξουσία της δημοκρατίας, πρέπει να υπήρξε μια αρχή του. Προωθείστε την αξιοκρατία, αποδεχτείτε τον καλύτερο ως τον πρώτο όπως συμβαίνει στη φύση και όχι να ψηφίζετε αυτούς που σας χαϊδεύουν τα αυτιά και είναι το κατακάθι, φαίνεται πως υποστήριζε. Άκομψα βέβαια και έξω από τα δόντια, μη σηκώνοντας μύγα στο σπαθί του, προσπαθώντας να αποτρέψει μια τραγωδία, όχι ως ον της πολιτικής αλλά σαν πολιτικό ον της πόλης, έντιμο. Ο Ηράκλειτος εμφανίζεται ως ένας Νίτσε και Μπακούνιν μαζί. Τελικά, είχε δίκιο. Μια τραγωδία πραγματώθηκε όταν οι Ίωνες επιτέθηκαν σαν ορδή πλιατσικολόγων στις Σάρδεις όπου μη μπορώντας να την καταλάβουνε την έκαψαν μαζί με το ναό της και σύντομα ηττήθηκαν οικτρά σε στεριά και θάλασσα. Το αποτέλεσμα ήταν να καταστραφεί πλήρως η Μίλητος. Η Έφεσος δεν πειράχτηκε, διότι ο Δαρείος ήταν κάπου δίκαιος και τιμώρησε σκληρά τον πρωτεργάτη, τη Μίλητο, Αντιθέτως, η Έφεσος φαίνεται πως ωφελήθηκε γιατί έμεινε το μεγαλύτερο λιμάνι στα μικρασιατικά παράλια.

 

Ο απρόβλεπτος χαοτικός παράγων

«Η έρις των ανόμοιων δημιουργεί, η ειρήνη των ομοίων θανατώνει, όπου βασιλιάς πάντων είναι ο πόλεμος και ρυθμιστής των πάντων» πρέσβευε ο Ηράκλειτος, ο οποίος λέει κουβέντες που σφίγγουν το στομάχι αλλά στις πράξεις του παρουσιάζεται με αντίποδα πλάνο. Προκύπτει ερειστικός μεν αλλά όχι άνθρωπος της έριδας την οποία προσπαθεί να αποτρέψει, καθόσον μέσα από το χάος προκύπτει ο άρρητος αριθμός, ο απρόβλεπτος παράγων ο οποίος εκτρέπει τελικά το σύστημα. Αυτός ήταν όταν μερικές αθηναϊκές κι ευβοϊκές τριήρεις που μετείχαν στην Ιωνική επανάσταση, μετέφεραν το χαοτικό γίγνεσθαι προς την Ελλάδα, κάνοντας εν τέλει το σκάκι του Δαρείου, τάβλι. Απετέλεσαν τη σπίθα που άναψε τη φωτιά των Ελληνο-Περσικών πολέμων και έδρασαν σαν καταλύτης της δημιουργίας της ακμής των Αθηνών. Όμως, την Ιωνική, αναξιοκρατική στους ηγέτες της επανάσταση, την πλήρωσε η Ιωνία.

Μέχρι τότε και ως να φτάσουμε στην ακμή των Αθηνών, η τραγωδία βασικά εξελίσσεται στην Ιωνία. Την τραγωδία προσπαθούσε να προλάβει ο ευαίσθητος Εφέσιος, διότι αυτή τη ζει ένας λαός αλλά την εκ της τραγωδίας ανάδυση του καλύτερου τη γεύεται ένας άλλος, και συχνά λόγω εκτροπής της κυκλικής επαναφοράς του συστήματος, όχι ο ίδιος τόπος. Η ακμή των Αθηνών προέκυψε μέσα από την Ιωνική καμπή, όπου το ανθρώπινο ποιοτικό δυναμικό των Ιώνων βρήκε διέξοδο βλέποντας σπίθες αξιών προς την ελεύθερη δημοκρατική Αθήνα.

Αφήνουμε δυο λουλούδια στον τάφο της μνήμης του προγόνου μας Ηράκλειτου, εμείς τα θεωρούμενα παιδιά του, αποδεχόμενοι τη μέγιστη αλήθεια του, ότι: μέτρο του ανθρώπου πρέπει να είναι η φύση η οποία έχει χαοτική δυναμική, μη γραμμική εξέλιξη και παρεκτραμένη κυκλική πορεία, προερχόμενη εξ ενός απρόβλεπτου παράγοντα ενός του συστήματος που προκύπτει ανώτερο του ανθρώπου. Στο οποίο ο άνθρωπος οφείλει να το προσεγγίζει, επιστημονικά, φιλοσοφικά και πολιτικά, μέσω του λόγου που είναι και αιτία, όπου για τον προσδιορισμό αυτό δεν πρέπει να μετρά τα πράγματα με το υποκειμενικό ανθρώπινο αλλά με το αντικειμενικό φυσικό και το μοναδικό για το κάθε πράγμα, μέτρο.

Μια μικρή επαφή

            – Δύστυχοι άνθρωποι, σα να ακούω να βροντοφωνάζει από πάνω ο ουράνιος Ηράκλειτος, από τότε που σας παράτησα σε τίποτα δεν προχωρήσατε, τίποτα δεν καταλάβατε, είναι λάθος, δύσμοιροι, τα μέτρα σας και οι τιθέμενες ανθρώπινες αναλογίες.    

            – Μα, ο Πρωταγόρας είπε «χρημάτων πάντων μέτρον άνθρωπος».

            – Ούτε αυτό δεν καταλάβατε ηλίθιοι, είπε. Χρήματα εμείς οι πρώτοι Έλληνες είχαμε τη γνώση. Χρη μαθών τι σημαίνει άθλιε; Αυτά τα πράγματα που πρέπει να ξέρεις δεν σημαίνει; Εσείς χρήματα τι λέτε;

            – Δεν απάντησα.

Αρέσει σε %d bloggers: