ΜΕΓΑΛΕΣ ΨΥΧΕΣ

ΒΙΑΣ Ο ΠΡΙΗΝΕΥΣ ( 625-540 Π.Χ ) – Κρατσάιζεν Καρλ (1794–1878)- Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1899)    -YΠΑΤΙΑ Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ (370-415 μ.χ )   -ΚΙΜΩΝ Ο ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ-  Κορνήλιος Καστοριάδης (1922-1997)      – ΒΑΣΩ ΚΑΤΡΑΚΗ – ΘΗΣΕΑΣ–ΜΑΝΟΛΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ-ΘΑΛΗΣ Ο ΜΙΛΗΣΙΟΣ  -ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΧΛΑΔΙΩΤΗ ( Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΡΩ)-Ν.ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ-Σταμάτης Κριμιζής-Ηρόδοτος – Ιπποκράτης ο Κώος -ΑΓΙΟΣ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ-ΑΝΤΥΠΑΣ ΜΑΡΙΝΟΣ  -Φίνλεϋ Γεώργιος – Finlay George -Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος-Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος -ΣΛΗΜΑΝ—Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα (1771-1825)

==========================================================

Βίας ο Πριηνεύς

http://www.pare-dose.net/blog/images/2008/12/1197/Vias.jpg?2bf7cb

O Βίας ο Πριηνεύς ήταν Έλληνας φιλόσοφος , ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, από την Πριήνη της Ιωνίας (625 – 540 π.Χ.), γιος του Τευτάμου και γνώρισε μεγάλη φήμη και δόξα γύρω στα 570 π.Χ., την περίοδο που βασιλείς της Λυδίας ήταν ο Αλυάττης και ο Κροίσος.
Έγινε γνωστός για την δικαιοσύνη του και την ρητορική του δεινότητα. Ο Σάτυρος ο περιπατητικός, που έγραψε τις βιογραφίες των Σοφών, ονόμασε το Βίαντα «προκεκριμένον των Επτά».
Σύμφωνα με τον Σάτυρο, όταν κάποτε οι Αθηναίοι, σύμφωνα με κάποιο θρύλο, βρήκαν, ενώ ψάρευαν, ένα χάλκινο τρίποδα με την επιγραφή «τω σοφώ», δηλαδή στον σοφό, έστειλαν το εύρημα τους στο Βίαντα, κρίνοντάς τον σαν τον σοφότερο άνδρα της εποχής του.

Ήταν άνθρωπος ανιδιοτελής, δίκαιος, εγκρατής και λιτοδίαιτος. Τα δύο πιο κύρια γνωρίσματα του ήταν η ρητορική του δεινότητα και το ακοίμητο πνεύμα της δικαιοσύνης, απ` το οποίο διακατέχονταν. Στα δικαστήρια συνηγορούσε πάντα δωρεάν, υπερασπίζοντας σ` αυτά τους αδικούμενους πολίτες. Όταν ήταν αναγκασμένος να καταδικάσει κάποιον σε θάνατο, δάκρυζε.
Λέγεται ότι κάποτε απελευθέρωσε κάποιες γυναίκες που είχαν γίνει δούλες, καταβάλλοντας τα λύτρα και αφού τις δίδαξε και τις προίκισε, τις έστειλε πίσω στους δικούς τους, στην Μεσσηνία.

Ο Βίας ήταν γνωστός στην αρχαιότητα για τη μεγάλη αγάπη που έτρεφε στην γενέτειρα πατρίδα του και παροιμιώδης έμεινε η μεγάλη δικανική του δεινότητα. Ο Βίας πέθανε σε ηλικία 85 χρονών περίπου, καθώς αγόρευε στο δικαστήριο. Όπως διηγείται ο Διογένης ο Λαέρτιος, πέθανε όπως πεθαίνουν όλοι οι δίκαιοι άνθρωποι.
Έγραψε το ποίημα «Περί Ιωνίας, τίνα μάλιστ’ αν τρόπον ευδαιμονοίη» (με ποίον τρόπο δηλαδή θα μπορούσε να ευτυχήσει η Ιωνία), με δύο χιλιάδες στίχους.

Οι Πριηνείς τίμησαν το σοφό, τόσο ενόσω ακόμη ζούσε, όσο και μετά το θάνατό του, όταν και του έστησαν μεγαλοπρεπές μνημείο, το λεγόμενο «Τευτάμειον τέμενος» (από το όνομα του πατέρα του, που λεγόταν Τεύταμος ή Τεντεμίδης).

Χαρακτηριστικά αναφέρεται πως όταν η πατρίδα του Πριήνη κατακτήθηκε από τους Πέρσες, οι δε συμπολίτες του έφευγαν πρόσφυγες από εκεί, συναποκομίζοντας και τα υπάρχοντά τους, κάποιος τον ρώτησε γιατί κείνος δεν παίρνει κάτι μαζί του στη φυγή οπότε, ο Βϊας του απάντησε: «Τα εμά πάντα μετ` εμού φέρω», δηλαδή «Ότι έχω μαζί μου το φέρνω», εννοώντας πως δεν είχε κάτι για να πάρει και αυτός, όπως οι άλλοι.
Αναφέρεται επίσης ότι ο Ηράκλειτος, ο οποίος πολύ τον είχε εκτιμήσει, είπε για τον Βία: «Εν Πριήνη Βίας εγένετο ο Τευταμείω, ου πλείων λόγος ή των άλλων», υποδηλώνοντας έτσι πως ο Βίας ήτανε ανώτερος από τους άλλους έξη της χορείας των εφτά αρχαιοελλήνων σοφών.

Αποφθέγματα του Βίαντα του Πριηνέα

Οι αγαθοί ευαπάτητοι.
Οι καλοί εύκολα εξαπατώνται.

Μήτε ευήθης ίσθι μήτε κακοήθης.
Ούτε αγαθιάρης να είσαι, ούτε κακοήθης.

Ό αν έλη, βεβαίως τηρών διάμενε.
Εκείνο το οποίο ήθελες εκλέξει να κάνεις, συνέχισέ το σταθερά.

Βραδέως εγχείρει τοις πραττομένοις. Εγχειρίσας δε πράττε βεβαίως.
Να επιχειρείς αργά (και κατόπιν σκέψεως) αυτά τα οποία πρόκειται να κάνεις. Όταν όμως τα ξεκινήσεις να ενεργείς με αποφασιστικότητα.

Βραδέως εγχείρει, ό δ’ αν άρξη διαβεβαιού.
Βραδέως να επιχειρείς κάτι. Εκείνο όμως που θα αρχίσεις να κάνεις να το παρακολουθείς ότι θα γίνει.

Ατυχή είναι τον ατυχίαν μη φέροντα.
Ατυχής είναι εκείνος που δεν μπορεί να υποφέρει την ατυχία.

Το γνώθι σαυτόν χρήσιμον εις νουθεσίαν των αλαζόνων, οι υπέρ την εαυτών δύναμιν φλυαρούσιν.
Το να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του είναι ωφέλιμο στους αλαζόνες, οι οποίοι φλυαρούν υπερβάλλοντες την δύναμή τους.

Αφροσύνην μη προσδέχου.
Την αφροσύνη να μην την παραδέχεσαι.

Φρόνησιν αγάπα.
Να αγαπάς την σύνεση.

Δοκεί ένδοξος γενέσθαι και βασιλεύς και τύραννος ει τρόποις χρώτο τοις νόμοις της πατρίδος.
Είναι φανερό ότι θα γινόταν ένδοξος και Βασιλεύς και Τύραννος, εάν συμπεριφερόταν σύμφωνα με τους Νόμους της Πατρίδας.

Άρχεσθαι μαθών, άρχειν επιστήση.
Αν μάθεις πρώτα να κυβερνάσαι, θα μάθεις και να κυβερνάς.

Κρατίστην είναι δημοκρατίαν εν ή πάντες ως τύραννον φοβούνται τον νόμον.
Η πλέον καλή από όλες τις δημοκρατίες, είναι εκείνη στην οποία όλοι σαν τύραννο φοβούνται τον νόμο.

Τι γλυκύ ανθρώποις; Ελπίς.
Τι είναι γλυκό στους ανθρώπους; Η Ελπίδα.

Ανάξιον άνδρα μη επαίνει διά πλούτον.
Τον ανάξιο άνδρα μην τον επαινείς για τα πλούτη του.

Νόσος ψυχής, το των αδυνάτων εράν.
Είναι αρρώστεια της ψυχής, το να επιθυμεί κανείς τα αδύνατα.

Των θανάτων κακός εστίν ο από των νόμων επαγόμενος
Από τους θανάτους κακός είναι εκείνος, ο οποίος προκαλείται από την επιβολή του Νόμου.

Ζην κρίττόν εστι επί στοιβάδος κατακείμενον και θαρρείν ή ταράττεσθαι χρυσήν έχοντα κλίνην.
Είναι προτιμότερο να ζει κανείς ξαπλωμένος πάνω σε στρώμα φτωχικό και να διατηρεί το θάρρος του, παρά να αγωνιά πάνω σε χρυσό κρεβάτι.

Περί θεών λέγε, ως εισίν.
Για τους θεούς να μιλάς όπως τους αρμόζει.

Των ζώων χαλεπώτατόν εστι, των μεν αγρίων ο τύραννος, των δε ημέρων ο κόλαξ.
Από όλα τα ζώα τα χειρότερα είναι, από τα μεν άγρια ο τύραννος, από τα δε ήμερα ο κόλακας.

Λάλει καίρια.
Να λες τα σωστά.

Μη ταχύ λάλει. Μανίαν γαρ εμφαίνει.
Να μην βιάζεσαι να μιλάς. Γιατί αυτό δείχνει άνθρωπο μανιακό.

Φίλει μεν ως ο μισήσων, μίσει δε ως φιλήσων.
Να αγαπάς, σαν να πρόκειται να μισήσεις, και να μισείς σαν να πρόκειται να αγαπήσεις.

Άριστον δοκείν, οίκον είναι εν ω τοιούτος εστίν ο δεσπότης δι’ αυτόν, οίος έξω διά τον νόμον.
Άριστη μου φαίνεται η οικία στην οποία ο οικοδεσπότης της μέσα σε αυτήν συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο επειδή την σέβεται, όπως συμπεριφέρεται κι έξω επειδή σέβεται τον νόμον.

Το μεν ισχυρόν γενέσθαι, της φύσεως έργον. Το δε λέγειν δύνασθαι τα συμφέροντα τη πατρίδι, ψυχής ίδιον και φρονήσεως.
Το να είναι κανείς ισχυρός είναι έργο της φύσης. Το να μπορεί να λέει όμως αυτά που συμφέρουν την πατρίδα είναι γνώρισμα της ψυχής και της σύνεσης.

Πείσας λάβε, μη βιασάμενος.
Να παίρνεις όταν έχεις πείσει τον άλλον, όχι με την βία.

Νόει το πραττόμενον.
Να κατανοείς αυτό το οποίο κάνεις.

Ό,τι αν αγαθόν πράττης, Θεούς μη σεαυτόν αιτιών.
Ό,τι καλό κάνεις, να το αποδίδεις στους θεούς όχι στον εαυτό σου.

Κτήσαι εν μεν νεότητι ευπραξίαν, εν δε τω γήρα σοφίαν.
Να αποκτάς στην μεν νεότητά σου την ευτυχία από της σωστές πράξεις, στην γεροντική σου δε ηλικία, σοφία.

Εφόδιον από νεότητος εις γήρας αναλάμβανε σοφίαν. Βεβαιότερον γαρ τούτο άλλων κτημάτων.
Από τη νεανική σου ηλικία να παίρνεις σαν αναγκαίο εφόδιο για τα γηρατειά την σοφία. Γιατί αυτή είναι το σταθερότερο απόκτημα από όλα τα άλλα.

Ων η τύχη κυρία δούναι και αφελέσθαι, ου δεήσει ουδενός.

=======================================

Κρατσάιζεν Καρλ (1794–1878) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21

από Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

« Ο λοχαγός και αυτοδίδακτος ζωγράφος Καρλ Κρατσάιζεν, που έλαβε ενεργά μέρος στον αγώνα, ήταν ο άνθρωπος χάρη στον οποίο γνωρίζουμε σήμερα πώς ήταν η μορφή δεκάδων αγωνιστών της εθνεγερσίας». 

Κρατσάιζεν Καρλ (1794–1878) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21

Ο Karl Krazeisen, Bαυαρός αξιωματικός του πεζικού και ερασιτέχνης ζωγράφος, γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1794 στο Kαστελλάουμ του Παλατινάτου και πέθανε στο Mόναχο στις 27 Iανουαρίου 1878. Πήρε μέρος στις επιχειρήσεις της πατρίδας του κατά του Nαπολέοντα (1813-1814). Tο 1826, υπακούοντας στο ρομαντισμό και το φιλελληνισμό της εποχής, ήρθε στην Eλλάδα για να πολεμήσει υπέρ της ανεξαρτησίας των Eλλήνων. Kατά την παραμονή του στην Eλλάδα σχεδίασε διάσημες μορφές του Aγώνα και έχοντας συναίσθηση της αξίας των έργων του, γυρίζοντας στο Mόναχο το 1827 προχώρησε σε λιθογράφηση των σχεδιασμάτων του και έκδοσή τους στο γνωστό λεύκωμα Bildmisse ausgezeichneler Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten, που τυπώθηκε σε επτά τεύχη, από το 1828 έως το 1831. Tα σχεδιάσματα του Krazeisen έδωσαν τη δυνατότητα να παρουσιασθούν σεπτές μορφές του 1821 που η μορφή τους αναπαριστά και την αγωνία, την ελπίδα του Αγώνα του ελληνικού έθνους. Συνολικά σχεδίασε 91 έργα, ανάμεσά τους υδατογραφίες, τοπία, αρχαιότητες, πολεμικές συνθέσεις και βέβαια οι προσωπογραφίες των πρωταγωνιστών του 1821. Τα περισσότερα έργα έγιναν με μολυβί και σε χαρτί μικρού μεγέθους.

Επιστρέφοντας στη Γερμανία ο Κράτσαϊζεν λιθογράφησε τα σχέδιά του και τα κυκλοφόρησε, από το 1827 έως το 1831, σε επτά λευκώματα με το γενικό τίτλο Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen (Προσωπογραφίες των διασημοτέρων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κράτσαϊζεν).

 

Το περιεχόμενο των επτά λευκωμάτων με τις λιθογραφίες είναι το παρακάτω:

1ο. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γιακουμάκης Τομπάζης, Thomas Gordon, μία άποψη από το Παλαμήδι και ένα τμήμα του Ναυπλίου (1828).

2ο. Νικηταράς, Γεώργιος Κουντουριώτης, Hastings, και μία άποψη από το Μπούρτζι (1828).

3ο. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Μακρυγιάννης, Κωνσταντίνος Νικόδημος, και μία άποψη της Αίγινας  (1828).

4ο.  Γεώργιος Καραϊσκάκης, Ι. Μακρής – Μιλαϊτης, Ανδρέας Ζαΐμης,  και μία άποψη της Ακρόπολης των Αθηνών (1828).

5ο.  Ανδρέας Μιαούλης, Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ο γιατρός Baily  και μία άποψη του Πειραιά με το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα (1829).

6ο.  Κωνσταντίνος Κανάρης, Γεώργιος Σισίνης, A. Schilcher  και το «Καπετάνιος με τα παλικάρια του» (1829).

7ο. Karl von Heideck, ο συνταγματάρχης Fabvier, Κίτσος Τζαβέλας , και το «Φρεγάτα Ελλάς  και το ατμόπλοιο Καρτερία» (1831).

Τα σχέδια του Karl Krazeisen δεν λιθογραφήθηκαν όλα επομένως ορισμένα από αυτά είναι σχεδόν άγνωστα. Είναι Οι προσωπογραφίες των Κωνσταντίνου Αξιώτη, Ι.Πέτα, Ι.Φιλήμονα, Ιωάννη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνου Μπότσαρη, και Δημήτριου Κολιόπουλου – Πλαπούτα».

 

Η απόκτηση των σχεδίων

Μετά τον θάνατο του Κρατσάϊζεν, η συλλογή ανήκε πλέον στην κόρη του Μαρία, από την οποία τα κληρονόμησε ο σύζυγός της, Ιόν Ραδιονώφ  Φετώβ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής στο Βερολίνο και αργότερα κάτοικος Γαλατίου Ρουμανίας. Στις 13 Φεβρουαρίου 1926 ο Φετώβ καταθέτει στο Ελληνικό Προξενείο του Γαλατίου ένα έγγραφο στα ρουμανικά με το ιστορικό της συλλογής του το οποίο μεταφρασμένο στα ελληνικά, φυλάσσεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξία τους ο Φετώφ είχε συμβουλευτεί πριν από το 1900, τον ίδιο τον Νικόλαο Γύζη, τότε καθηγητή στο Μόναχο, ο οποίος και αμέσως αναγνώρισε την ιστορική σημασία τους, προτείνοντας την ένταξή τους στο (τότε ανύπαρκτο) Μουσείο των Αθηνών. Φαίνεται επίσης ότι για το ίδιο ζήτημα είχε ερωτηθεί και ο γλύπτης Φυτάλης. Το πλήρες κείμενο του Φετώφ που δημοσιεύεται για πρώτη φορά έχει ως εξής:

«Κατ`αρχάς του παρελθόντος αιώνος ότε ο Ελληνικός Λαός δια ν’ αποτινάξη τον τουρκικόν ζυγόν, πολλοί Φιλέλληνες εκ της Ευρώπης έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Μεταξύ αυτών υπήρξε και ο νέος Βαυαρός υπολοχαγός Κ. Κρατσάϊζεν μετά του ζωγράφου Χεσς. Ενθουσιασμένος δια τας ωραιότητας της κλασσικής εποχής, δια τους εμπνευσμένους  ήρωάς της δια την Πατρίδα των, δια τας ιδιοτρόπους αμφιέσεις, έλαβε το μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα εις την χείρα ίνα διαωνίση παν ό,τι τω εφαίνετο αξίας. Επιστρέφων εις Βαυαρίαν ο καλλιτέχνης ούτος, προέτεινεν εις την Επωνυμίαν Χανφστενγκελ όπως λιθογραφήση τους επισημοτέρους ήρωας, όπερ και επραγματοποιήθη δια της υποστηρίξεως του Βασιλέως τη Βαυαρίας και αυτού τούτου τυγχάνοντας μεγάλου Φιλέλληνος. Μετά το θάνατον του  επισυμβάντος εν έτει 1878 τα ιχνογραφήματα και αι υδατογραφίαι του εκληρονομήθησαν παρά της θυγατρός του Μαρίας, συζύγου μου, μετά δε τον θάνατόν της, συμφώνως τη τελευταία αυτής θελήσει, περιήλθον εις την κατοχήν μου.

Πάντα τα ιχνογραφήματα τούτα έδειξα τω τέως Καθηγητή της εν Μονάχω Ακαδημίας Τεχνών Νικολάω Γύζη, ίνα πληροφορηθώ όσο το δυνατόν κάλλιον περί της αξίας αυτών. Η γνώμη του ήτο ότι η θέσις των δύναται να είναι μόνον το Μουσείον Αθηνών. Αλλ`εγώ δεν ηδυνάμην να χωρισθώ αυτών εμφορούμενος προ παντός εξ αισθημάτων σεβασμού. Τώρα όμως, ων προκεχωρημένης ηλικίας και μη ων βέβαιο ότι μετά τον θάνατόν μου οι διάδοχοί μου θα εφύλαττον μετά της αυτής αγάπης και ευλαβείας τα πολύτιμα τούτα πράγματα, μοναδικά εις το είδος των, απεφάσισαν να τα παραδώσω εις χείρας πατριώτου τινός όστις θα εγνώριζε  να εκτιμήση ταύτα. Η αξία των όμως δύανται να καθορισθή μόνον εις απώτερον μέλλον καθ`όσον εκατό μόνον έτη είναι μικρόν διάστημα δυνάμενον να χρησιμεύη ως γνώμων εκτιμήσεως ιστορικού τινο αντικειμένου».

Ο Έλληνας αυτός πατριώτης που ανέλαβε την πώληση ονομάζονταν Αντύπας και ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, δημοσιεύει το άρθρο με το οποίο παρακινεί το Ελληνικό Δημόσιο να αγοράσει το συνολικό κληροδότημα. Σ` αυτά περιλαμβάνονταν η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάιζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνιστή Πλαπούτα, που εκτίθεται στο Παράρτημα του Ναυπλίου, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες. Αγοράστηκε προς 200.000 δρχ. για λογαριασμό της Εθνικής Πινακοθήκης. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο συνολικός λεπτομερής κατάλογος των έργων στα ρουμανικά με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζομένων.

Καρλ Κρατσάιζεν προσωπογραφίες αγωνιστών  

Θεόδωρος Kολοκοτρώνης - Eθνικό Iστορικό Mουσείο

Θεόδωρος Kολοκοτρώνης – Eθνικό Iστορικό Mουσείο

Aνδρ�ας Mιαούλης - Nαύαρχος του Aγώνα

Aνδρέας Mιαούλης – Nαύαρχος του Aγώνα

Aνδρ�ας Zαΐμης

Aνδρέας Zαΐμης

Charles Favier, baron (1782-1855)

Charles Favier, baron (1782-1855)

Frank Abney Hastings (1794-1828)

Frank Abney Hastings (1794-1828)

Iωάννης Mηλαΐτης

Iωάννης Mηλαΐτης

Kωνσταντίνος Kανάρης

Kωνσταντίνος Kανάρης

Kίτσος Tζαβ�λλας

Kίτσος Tζαβέλλας

Kωνσταντίνος Nικόδημος - Πυρπολητής του 1821

Kωνσταντίνος Nικόδημος – Πυρπολητής του 1821

Tομπάζης Iάκωβος (Γιακουμάκης) - Φιλικός, ναύαρχος της ναυτικής μοίρας της Ύδρας

Tομπάζης Iάκωβος (Γιακουμάκης) – Φιλικός, ναύαρχος της ναυτικής μοίρας της Ύδρας

Γεώργιος Kαραϊσκάκης - Στρατιωτική φυσιογνωμία, ηγ�της του 1821

Γεώργιος Kαραϊσκάκης – Στρατιωτική φυσιογνωμία, ηγέτης του 1821

Γεώργιος Kουντουριώτης - Yδραίος πολιτικός

Γεώργιος Kουντουριώτης – Yδραίος πολιτικός

Γεώργιος Mαυρομιχάλης - Φιλικός και αγωνιστής της Eπανάστασης του 1821

Γεώργιος Mαυρομιχάλης – Φιλικός και αγωνιστής της Eπανάστασης του 1821

Γεώργιος Σισίνης -  Πρόκριτος από τη Γαστούνη, φιλικός και πρωτεργάτης της Eπανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο.

Γεώργιος Σισίνης – Πρόκριτος από τη Γαστούνη, φιλικός και πρωτεργάτης της Eπανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο.

Πηγές

  • Ένθετο περιοδικό « Επτά Ημέρες », Εφημερίδα, Καθημερινή 25 Μαρτίου 2003, (Μαριλένα Κασιμάτη).
  • Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878) from Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen. Munchen 1831

======================================

Παπαλεξοπούλου Καλλιόπη (1809-1899)



Έδρα της επανάστασης του 1862 ήταν το Ναύπλιο και η ψυχή της μια κυρία. Το παράξενο είναι ότι μ’ αυτήν τότε που ήταν κορασίδα 18 χρόνων, χόρεψε ο βασιλιάς, όταν έφτασε στην Ελλάδα, τις πρώτες καντρίλλιες του. Η κυρία τούτη, άλλοτε δεσποινίδα Καλλιόπη Καλομογδάρτη, έγινε αργότερα μια από τις αξιολογότερες γυναικείες φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας.

Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν κόρη του προκρίτου Ανδρέα Καλαμογδάρτη. Κατά την έναρξη της επανάστασης κατέφυγε στη Ζάκυνθο με τη μητέρα της και στη συνέχεια στην Αγκόνα της Ιταλίας. Εκεί σπούδασε και έμαθε ιταλικά, γαλλικά και αγγλικά. Το 1824 η οικογένεια της μετακόμισε στο Ναύπλιο, όπου παντρεύτηκε τον Σπύρο Παπαλεξόπουλο, δήμαρχο Ναυπλίου και γερουσιαστή. Σύντομα η Καλλιόπη ξεχώρισε για το πνεύμα της ενώ το σπίτι της είχε μετατραπεί σε φιλολογικό σαλόνι. Προσέφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας της στους φτωχούς και στους πρόσφυγες. Τάχθηκε φανερά εναντίον του Όθωνα και έλαβε μέρος σε όλες αντι-Οθωνικές αντιδράσεις. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1850, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση για ένα μεγάλο διάστημα. Πρωτοστάτησε στην αποτυχημένη εξέγερση του Ναυπλίου, την 1η Φεβρουαρίου του 1862, γι’ αυτό και καταδιώχθηκε από το παλάτι.

Η κυρία Παπαλεξοπούλου ήταν μια χαριτολόγος ετοιμόλογη γυναίκα. Για να εμποδίσει ένα επεισοδιακό στρατιωτικό πραξικόπημα στο Ναύπλιο, αυτό που προηγήθηκε από την τελευταία επανάσταση ενάντια στο βασιλιά Όθωνα, η κυβέρνηση της Αθήνας έστειλε στην ανήσυχη πόλη και αντιμέτωπο στη δημοκρατική φρουρά της ένα εκστρατευτικό σώμα με Γερμανό διοικητή. Ο στρατηγός Hahn, ο διοικητής, πληροφορημένος ότι οι νεότεροι αξιωματικοί της φρουράς είχαν το στέκι τους στο σπίτι της κυρά Καλλιόπης και ότι συγκεντρώνονταν εκεί με δική της έμπνευση και οδηγία, της έστειλε από το γειτονικό Άργος, όπου είχε περάσει σχεδόν χωρίς αντίσταση, ένα είδος τελεσίγραφου, ζητώντας της να φύγει από την πόλη, γατί τα βασιλικά στρατεύματα θα έμπαιναν στο Ναύπλιο και υπήρχε η πιθανότητα αιματηρών συγκρούσεων. Εξαιτίας της δράσης της, έλεγε ο στρατηγός, δεν θα ήταν η κυρία σε ασφάλεια. Η απάντηση ήταν πάνω – κάτω η ακόλουθη: «Θα μείνω όπου βρίσκομαι. Τα μόνα ζωντανά πλάσματα που φοβάμαι είναι οι ποντικοί, γι’ αυτό τους αφάνισα όλους μέσα στο σπίτι μου».

Λένε ότι ο Hahn, μπαίνοντας στην πόλη με τα στρατεύματά του, συνέλαβε όλους τους συνωμότες, αλλά έστειλε στην Κυρά τον υπασπιστή του για να υποβάλλει τα σεβάσματά του σε μιαν αρχόντισσα πολύ ευγενική, αλλά πολιτικά  παραστρατημένη.

Ύστερα από την εκθρόνιση του Βασιλιά, που έγινε έπειτα στην Αθήνα, ήρθε στην πρωτεύουσα. Οι κάτοικοι την υποδέχτηκαν θριαμβευτικά γεμάτοι ενθουσιασμό. Παρευρέθηκε στην Εθνική Συνέλευση,  όρθιοι οι βουλευτές την χειροκροτούσαν για αρκετή ώρα. Η κυρά – Καλλιόπη ήταν η ίδια η ενσάρκωση του ακατάβλητου δημοκρατικού πνεύματος του ελληνικού λαού.

Την τίμησαν για την δράση της και της απένειμαν τιμητική σύνταξη 500 δρχ. Ύστερα από την επίσκεψη στην πρωτεύουσα και την θριαμβευτική υποδοχή της γύρισε στο Ναύπλιο και δεν βγήκε ποτέ πια από το σπίτι της, στην πλατεία Συντάγματος.

Απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου του 1899. Ήταν σχεδόν εκατό χρόνων, αλλά το πρόσωπό της έμενε ακόμα αρυτίδωτο.  Εξυμνήθηκε από γνωστούς ποιητές της εποχής όπως από τον Ηλία Καλαμογδάρτη, πρώτο ξάδελφό της, και τον Παναγιώτη Σούτσο.

Πηγές


  • Μ. Γ. Λαμπρυνίδης « Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου »,  Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ. Σκόκου,  Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.
  • Δημήτρης Κακλαμάνος, « Ένα πανόραμα της Ελλάδας στο Ναύπλιον », μτφ. Σ. Καρούζου,  Έκδοση, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1979.

ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

===================================

YΠΑΤΙΑ Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ (370-415 μ.χ )

Η Αλεξάνδρεια του 4ου αιώνα μ.Χ. ήταν ο χώρος μιας μικρής επιστημονικής αναγέννησης και αυτή φωτίστηκε από την πιο διάσημη ανάμεσα στις γυναίκες επιστήμονες και φιλοσόφους. Για δεκαπέντε αιώνες η Υπατία θεωρείται ότι ήταν η μόνη γυναίκα επιστήμονας στην ιστορία. Ακόμα και σήμερα συχνά είναι η μόνη γυναίκα που αναφέρεται στην ιστορία των μαθηματικών και της αστρονομίας. Αυτή η ευγενής γυναίκα ξεχωρίζει στις σελίδες της ιστορίας σαν η μεγαλύτερη από τους μάρτυρες Εθνικούς.

Η Ζωή της

Όταν γεννήθηκε η Υπατία το 370 μ.Χ., η διανοητική ζωή της Αλεξάνδρειας βρισκόταν σε κατάσταση επικίνδυνης σύγχυσης. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γινόταν χριστιανική και όλο και πιο συχνά δεν ήταν μόνο ο χριστιανός ζηλωτής που έβλεπε αιρέσεις και σατανισμό στα μαθηματικά και στην επιστήμη: “οι μαθηματικοί έπρεπε να κατασπαραχθούν από θηρία ή να καούν ζωντανοί” (McCabe). Μερικοί από τους χριστιανούς Πατέρες αναβίωσαν τις θεωρίες της επίπεδης γης και του σύμπαντος ως στερέωμα. Στην Αλεξάνδρεια ο Θεόφιλος, Πατριάρχης Αλεξάνδρειας, υποκινούσε βίαιες συγκρούσεις μεταξύ Εθνικών (Ελλήνων), Εβραίων και Χριστιανών. Δεν ήταν μια και τόσο ευμενής εποχή για να είναι κανείς επιστήμονας, ή φιλόσοφος.

Ο πατέρας της Υπατίας, ο Θέων, ήταν μαθηματικός και αστρονόμος στο Μουσείο. Επέβλεπε από κοντά κάθε πλευρά της εκπαίδευσης της κόρης του. Σύμφωνα με το μύθο, ήταν αποφασισμένος να γίνει η κόρη του ένα ‘τέλειο ανθρώπινο ον’ – ήταν η εποχή που οι γυναίκες θεωρούνταν κάτι παρακάτω από άνθρωποι! Ήταν προσωπική μαθήτρια του Πλούταρχου και ανατράφηκε στις θεμελιώδεις αρχές της Πλατωνικής Σχολής. Η Υπατία ήταν πραγματικά μια ξεχωριστή νέα. Ταξίδεψε στην Αθήνα και την Ιταλία και εντυπωσίαζε όσους συναντούσε με την εξυπνάδα και την ομορφιά της.

Σπούδασε στη νεοπλατωνική σχολή του Πλούταρχου του Νεότερου και της κόρης του Ασκληπιγένειας στην Αθήνα. Την εποχή εκείνη υπήρχε διάκριση μεταξύ των νεοπλατωνικών σχολών της Αλεξάνδρειας και της Αθήνας. Η σχολή της Αθήνας τόνιζε περισσότερο την απόκρυφη επιστήμη, αλλά για τους Χριστιανούς, όλοι οι Πλατωνιστές ήταν επικίνδυνοι αιρετικοί.

Όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια έγινε δασκάλα των μαθηματικών και της φιλοσοφίας. Το Μουσείο είχε χάσει την υπεροχή του και η Αλεξάνδρεια τώρα είχε ξεχωριστά σχολεία για Εθνικούς, για Εβραίους και για Χριστιανούς. Ωστόσο, η Υπατία δίδασκε σε ανθρώπους κάθε θρησκείας και μετά τον πατέρα της ανέλαβε μια Έδρα Φιλοσοφίας στην πόλη. Σύμφωνα με τον βυζαντινό εγκυκλοπαιδιστή Σουίδα, ‘ήταν επίσημα διορισμένη να ερμηνεύει το δόγμα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη κ.ά.”. Πολλοί μαθητές ερχόταν στην Αλεξάνδρεια ειδικά για να παρακολουθήσουν τις διαλέξεις της για τα μαθηματικά, την αστρονομία, τη φιλοσοφία και τη μηχανική. Το σπίτι της έγινε κέντρο διανοουμένων και συγκέντρωνε σχολαστικιστές που συζητήσουν επιστημονικά και φιλοσοφικά ερωτήματα.

Η Υπατία δεν παντρεύτηκε ποτέ και για αιώνες οι ιστορικοί αναρωτιόταν για την αγνότητά της. Χωρίς εξαίρεση, οι ελάχιστες ιστορικές αναφορές σε αυτή την παρθένο φιλόσοφο βεβαιώνουν την αρετή της, την ακεραιότητά της και την απόλυτη αφοσίωσή της στα ιδεώδη της Αλήθειας και του Δίκαιου.

Τα Έργα της

Με επιχειρήματα και δημόσια αναγνώριση και σεβασμό η Υπατία επισκίαζε κάθε αντίπαλο των Χριστιανικών δογμάτων της Βόρειας Αιγύπτου. Ήταν φημισμένη για το βάθος της γνώσης της και τη γοητεία της προσωπικότητάς της και αγαπημένη των πολιτών της Αλεξάνδρειας. Συχνά την καλούσαν ως σύμβουλο οι άρχοντες της πόλης.

Αν και τα γραπτά της καταστράφηκαν στην πυρκαγιά της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, μπορούμε να σχηματίσουμε μια εικόνα του περιεχομένου τους από τα σχόλια σύγχρονών συγγραφέων της . Η Υπατία έγραψε σχόλια για την Αριθμητική του Διόφαντου, επίσης για τον Αστρονομικό Κανόνα του Πτολεμαίου και ακόμα για τις Κωνικές Τομές του Απολλώνιου της Πέργα.

Τα περισσότερα από τα γραπτά της Υπατίας ξεκίνησαν σαν σημειώσεις για τους μαθητές της. Κανένα δεν έχει διασωθεί ολοκληρωμένο, αν και είναι πιθανό τμήματα του έργου της να έχουν ενσωματωθεί στις εκτενείς πραγματείες του Θέωνα. Μερικές πληροφορίες για τα επιτεύγματά της προέρχονται από δασωμένα γράμματα του μαθητή και φίλου της Συνέσιου του Κυρηναίου, που αργότερα έγινε ο πλούσιος και ισχυρός Επίσκοπος της Πτολεμαϊδας. Κάποτε ο Συνέσιος, Επίσκοπος και γνωστός για τη μόρφωσή του, της έγραψε ζητώντας τη βοήθειά της στην κατασκευή ενός αστρολάβου και ενός υδροσκοπίου, αναγνωρίζοντας τη μοναδική υπεροχή του νου της.

Το σημαντικότερο έργο της Υπατίας ήταν στην άλγεβρα. Έγραψε σχόλια στην Αριθμητική του Διόφαντου σε 13 βιβλία. Ο Διόφαντος έζησε και εργάσθηκε στην Αλεξάνδρεια τον τρίτο αιώνα και έχει ονομασθεί ‘πατέρας της άλγεβρας’. Ανέπτυξε τις απροσδιόριστες (ή Διοφαντικές) εξισώσεις, δηλαδή εξισώσεις με πολλαπλές λύσεις. (Ένα συνηθισμένο παράδειγμα προβλημάτων αυτού του τύπου είναι το πώς μπορούμε να μετατρέψουμε ένα κατοστάρικο σε νομίσματα χρησιμοποιώντας διαφορετικά νομίσματα, 50άρικα, 20άρικα κλπ.). Εργάσθηκε επίσης με δευτεροβάθμιες εξισώσεις. Τα σχόλια της Υπατίας περιελάμβαναν εναλλακτικές λύσεις και πολλά νέα προβλήματα που προέκυπταν σαν συνέπεια στα χειρόγραφα του Διόφαντου.

Η Υπατία έγραψε επίσης μια διατριβή Περί των Κωνικών του Απολλώνιου σε οκτώ βιβλία. Ο Απολλώνιος ο Πέργας ήταν ένας αλεξανδρινός γεωμέτρης του 3ου π.Χ. αιώνα, που προσπάθησε να εξηγήσει τις ασυνήθιστες τροχιές των πλανητών. Το κείμενο της Υπατίας ήταν μια εκλαΐκευση της εργασίας του. Όπως οι έλληνες πρόγονοί της, η Υπατία γοητευόταν από τις κωνικές τομές (τα γεωμετρικά σχήματα που σχηματίζονται όταν ένα επίπεδο τέμνει ένα κώνο). Μετά το θάνατό της, οι κωνικές τομές αγνοήθηκαν μέχρι την αρχή του 17ου αιώνα όταν οι επιστήμονες συνειδητοποίησαν ότι πολλά φυσικά φαινόμενα, όπως οι τροχιές πλανητών, περιγραφόταν με τον καλύτερο τρόπο με τις καμπύλες που προκύπτουν από κωνικές τομές.

Ο Θέων, ο πατέρας της Υπατίας, αναθεώρησε και εξέλιξε τα Στοιχεία της γεωμετρίας του Ευκλείδη και είναι η δική του έκδοση που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα. Πιθανότατα η Υπατία εργάσθηκε μαζί του σε αυτή την αναθεώρηση. Αργότερα έγραψε μαζί του τουλάχιστον μία διατριβή για τον Ευκλείδη. Η Υπατία επίσης έγραψε τουλάχιστον ένα βιβλίο από την εργασία του Θέωνα για τον Πτολεμαίο. Ο Πτολεμαίος είχε συστηματοποιήσει όλη τη σύγχρονη μαθηματική και αστρονομική γνώση σε ένα έργο 13 βιβλίων, το οποίο μετριόφρονα ονόμασε Μαθηματική Πραγματεία. Άραβες Σχολαστικιστές το μετονόμασαν σε Almagest (‘Μέγα Βιβλίο”). Το σύστημα του Πτολεμαίου παρέμεινε το κυρίαρχο αστρονομικό έργο μέχρι τον Κοπέρνικο τον 16ο αιώνα. Οι πίνακες της Υπατίας για τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, ο Αστρονομικός Κανών, ίσως ήταν μέρος των σχολίων του Θέωνα στον Πτολεμαίο, ή ήταν ξεχωριστό έργο.

Εκτός από τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά, η Υπατία είχε ενδιαφέρον για τη μηχανική και την πρακτική τεχνολογία. Τα γράμματα του Συνέσιου περιέχουν σχέδια για αρκετά επιστημονικά όργανα περιλαμβάνοντας έναν αστρολάβο (Ο αστρολάβος χρησιμοποιούταν για τη μέτρηση των θέσεων του άστρων, πλανητών και του ήλιου και για τον υπολογισμό της ώρας και του ανερχόμενου ζωδίου του ζωδιακού).

Η Υπατία ανέπτυξε ακόμα μια συσκευή για τη διύλιση του νερού, ένα όργανο για τη μέτρηση της στάθμης του νερού και ένα διαβαθμισμένο υδρόμετρο από μπρούτζο για τη μέτρηση της ειδικής βαρύτητας (πυκνότητας) ενός υγρού.

Η Υπατία ήταν ο τελευταίος Έλληνας Εθνικός επιστήμονας του δυτικού κόσμου και ο θάνατός της συνέπεσε με τα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Και αφού από τότε δεν υπήρξαν σημαντικές πρόοδοι στα μαθηματικά, την αστρονομία και τη φυσική σε όλη τη Δύση για άλλα 1000 χρόνια, η Υπατία έγινε σύμβολο του τέλους της αρχαίας επιστήμης. Μετά την Υπατία ήρθε το χάος και ο βαρβαρισμός των Σκοτεινών Χρόνων.

Αρκετοί συγγραφείς μνημονεύουν τις διδασκαλίες της Υπατίας σαν Χριστιανικές στο πνεύμα. Πραγματικά, η Υπατία αφαίρεσε το πέπλο μυστηρίου με το οποίο είχε καλυφθεί αυτή η νέα θρησκεία, συζητώντας με τέτοια ευκρίνεια για τις πιο πολύπλοκες αρχές της ώστε πολλοί νεοφώτιστοι στη Χριστιανική πίστη εγκατέλειψαν το Χριστιανισμό για να γίνουν μαθητές της. Η Υπατία αποδείκνυε λογικά την παγανιστική καταγωγή της Χριστιανικής πίστης, αλλά και εξέθετε τα υποτιθέμενα θαύματα που οι Χριστιανοί πρόβαλαν σαν σημάδια “θείας προτίμησης”, αναλύοντας τους φυσικούς νόμους που διέπουν τα φαινόμενα.

Ο Θάνατος της

Σαν γυναίκα και άνθρωπος, που ασπάστηκε την ελληνική επιστημονική σκέψη και σαν πολιτικό πρόσωπο με επιρροή, η Υπατία βρέθηκε σε πολύ επικίνδυνη θέση σε μια όλο και πιο χριστιανική πόλη. Το 412 ο Κύριλλος, ένας φανατικός χριστιανός, έγινε Πατριάρχης της Αλεξάνδρειας και μεγάλη εχθρότητα αναπτύχθηκε μεταξύ του Κυρίλλου και του Ορέστη, του Ρωμαίου Κυβερνήτη της Αιγύπτου, ενός παλιού μαθητή και καλού φίλου της Υπατίας. Αμέσως μόλις πήρε την εξουσία, ο Κύριλλος άρχισε να διώκει τους εβραίους, διώχνοντας χιλιάδες από αυτούς από την πόλη. Έπειτα, παρά τη σφοδρή αντίθεση του Ορέστη, έστρεψε την προσοχή του στο να καθαρίσει την πόλη από του νεοπλατωνιστές. Αγνοώντας τις εκκλήσεις του Ορέστη, η Υπατία αρνήθηκε να απαρνηθεί τις ιδέες της και να ασπασθεί το Χριστιανισμό.

Ο Κύριλλος, ο οποίος αργότερα αναγορεύτηκε ο πατέρας τους δόγματος της Χριστιανικής Τριάδας και αγιοποιήθηκε για το ζήλο του έβλεπε στην Υπατία μια συνεχή απειλή για τη διάδοση της Χριστιανικής πίστης, ο Κύριλλος, τουλάχιστον έμμεσα, ήταν η αιτία του τραγικού της θανάτου. Παρά κάθε επόμενη προσπάθεια να τον απαλλάξουν από το στίγμα του δολοφόνου, το αδιαμφισβήτητο γεγονός παραμένει ότι δεν έκανε καμία προσπάθεια να αποτρέψει το αποτρόπαιο και βίαιο έγκλημα. Το μόνο ελαφρυντικό που μπορεί κανείς να προσφέρει σαν υπεράσπισή του είναι το ότι, τυφλωμένος από τη μανία του φανατισμού, ο Κύριλλος θεωρούσε την Υπατία ως μάγισσα εκπρόσωπο του Κακού.

Ο φόνος της Υπατίας περιγράφεται στα γραπτά του χριστιανού ιστορικού του 5ου αιώνα Σωκράτη του Σχολαστικού:

“Όλοι οι άνθρωποι την σεβόταν και την θαύμαζαν για την απλή ταπεινοφροσύνη του μυαλού της. Ωστόσο, πολλοί με πείσμα την ζήλευαν και επειδή συχνά συναντούσε και είχε μεγάλη οικειότητα με τον Ορέστη, ο λαός την κατηγόρησε ότι αυτή ήταν η αιτία που ο Επίσκοπος και ο Ορέστης δεν γινόταν φίλοι. Με λίγα λόγια, ορισμένοι πεισματάρηδες και απερίσκεπτοι κοκορόμυαλοι με υποκινητή και αρχηγό τους τον Πέτρο, έναν οπαδό αυτής της Εκκλησίας, παρακολουθούσαν αυτή τη γυναίκα να επιστρέφει σπίτι της γυρνώντας από κάπου. Την κατέβασαν με τη βία από την άμαξά της, την μετέφεραν στην Εκκλησία που ονομαζόταν Caesarium, την γύμνωσαν εντελώς, της έσκισαν το δέρμα και έκοψαν τις σάρκες του σώματός της με κοφτερά κοχύλια μέχρι που ξεψύχησε, διαμέλισαν το σώμα της, έφεραν τα μέλη της σε ένα μέρος που ονομαζόταν Κίναρον και τα έκαψαν.”

Οι δολοφόνοι της Υπατίας ήταν Παραβολικοί, φανατικοί μοναχοί της Εκκλησίας του Αγ. Κυρίλλου της Ιερουσαλήμ, πιθανώς υποβοηθούμενοι από Νιτριανούς μοναχούς. Το αν ο Κύριλλος διέταξε ο ίδιος το φόνο παραμένει ανοικτό ερώτημα. Πάντως, δημιούργησε το λιγότερο το πολιτικό κλίμα που επέτρεψε μια τέτοια θηριωδία. Ο Κύριλλος αργότερα ονομάστηκε άγιος.

Ο Ορέστης ανέφερε τη δολοφονία και ζήτησε από τη Ρώμη να ξεκινήσει έρευνες. Αργότερα παραιτήθηκε και έφυγε από την Αλεξάνδρεια. Η έρευνα αναβλήθηκε πολλές φορές λόγω ‘έλλειψης μαρτύρων’ και τελικά ο Κύριλλος ισχυρίσθηκε ότι η Υπατία ήταν ζωντανή και ζούσε στην Αθήνα.

Έτσι χάθηκε το 415 η μεγαλύτερη γυναίκα μύστης του αρχαίου κόσμου και μαζί της έπεσε και η Νεοπλατωνική Σχολή της Αλεξάνδρειας.

Με την εξάπλωση του Χριστιανισμού, η έρευνα έδωσε τη θέση της στην εμφάνιση πολλών θρησκευτικών λατρειών και μεγάλο θρησκευτικό χάος και ενδιαφέρον για την αστρολογία και το μυστικισμό. Το 640 εισέβαλαν οι Άραβες στην Αλεξάνδρεια και ό,τι είχε απομείνει από το Μουσείο καταστράφηκε…

“Η Υπατία ήταν ένα πρόσωπο που χώριζε την κοινωνία σε δύο μέρη:
αυτούς που την θεωρούσαν θαύμα του φωτός…
και αυτούς που την έβλεπαν σαν απόστολο του σκότους…”
(Elbert Hunnard)

============================================

ΚΙΜΩΝ Ο ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ ( ΑΝΑΡΤΗΣΗ 07/07-2011)

Ο Κίμων ήταν Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός του πρώτου μισού του 5ου αιώνα π.Χ.. Δεδομένου ότι εξελέγη στρατηγός το 476 π.Χ. και θα πρέπει να ήταν 30 χρονών τότε, πρέπει να γεννήθηκε το 506 π.Χ.. Ο Κίμων ανήκε στο μεγάλο γένος των Φιλαϊδών. Πατέρας του ήταν ο Μιλτιάδης, ο νικητής του Μαραθώνα και μητέρα του ήταν η Ηγησιπύλη, πριγκίπισσα από τη Θράκη, κόρη του βασιλέως Ολόρου (από την ίδια οικογένεια καταγόταν και ο ιστορικός Θουκυδίδης). Τα πρώτα χρόνια της ζωής του Κίμωνα υπήρξαν πολύ δύσκολα, αφού ο πατέρας του πεθαίνοντας του άφησε χρέος τεράστιο: το πρόστιμο που του είχε επιβληθεί για την αποτυχημένη εκστρατεία στην Πάρο. Η αδελφή του Κίμωνα, Ελπινίκη, παντρεμένη με τον πάμπλουτο Αθηναίο Καλλία, τακτοποίησε την πληρωμή του προστίμου, παρά τις αντιρρήσεις του αδελφού της, ώστε να μπορέσει αυτός να αναμιχθεί στην πολιτική.

Το 461 π.Χ., οι ολιγαρχικοί Αλκμέων, Κίμων και Ξάνθιππος, με την βοήθεια της Σπάρτης κατόρθωσαν να εξοστρακίσουν τον Θεμιστοκλή. Οι καινούργιοι ηγέτες στην Αθήνα, ο Αριστείδης και ο Κίμων, συνέχισαν τα σχέδια του μεγαλοφυούς Θεμιστοκλή. Ο Αριστείδης ήταν υπεύθυνος για την διοίκηση των Ελληνικών νησιών, τα οποία είχαν συμφωνήσει να προσχωρήσουν στην κηδεμονία της Αθήνας. Το θησαυροφυλάκιο της συμμαχίας βρισκόταν στο ιερό νησί της Δήλου. Ο Αριστείδης αποφάσισε ότι μερικοί από τους συμμάχους όφειλαν να διατηρούν έναν ορισμένο αριθμό πλοίων στην θάλασσα και τα νησιά που δεν είχαν την δυνατότητα, να πληρώνουν μια εισφορά στο θησαυροφυλάκιο, ξεκινώντας έτσι την ίδρυση της Αθηναϊκής ναυτικής κυριαρχίας.

Ο πόλεμος με την Περσία συνεχίζονταν και ο Κίμων με ένα μεγάλο στόλο έπλευσε στην Θράκη και πολιόρκησε το Ίον, στον ποταμό Στρυμόνα (476 π.Χ.). Οι πολιορκημένοι, ο Πέρσης κυβερνήτης με την φρουρά του, μετά από σκληρή μάχη αντί να παραδοθεί έριξε το χρυσό και το ασήμι της πόλης στο ποταμό και αφού άναψε μια πυρά, έκαψε την γυναίκα του, τα παιδιά του και τους δούλους του, πέφτοντας και ο ίδιος στην φωτιά στο τέλος. Σύντομα όλες οι άλλες Ελληνικές πόλεις, εκτός από τον Δορίσκο, οι οποίες είχαν Περσική φρουρά, παραδόθηκαν. Ο Κίμων αργότερα έπλευσε εναντίον της νήσου Σκύρου (476 π.Χ.) και σαν διοικητής της Αμφικτιονικής συμμαχίας, εκδίωξε τους Δόλοπες πειρατές και έφερε Αθηναίους να κατοικήσουν στο νησί. Μαζί του, έφερε πίσω τα οστά του Θησέα ο οποίος είχε δολοφονηθεί στο νησί οχτακόσια χρόνια πριν. Όταν το νησί της Νάξου το 466 π.Χ., μέλος της συμμαχίας, αρνήθηκε να συνεισφέρει στη συμμαχία, ο Κίμων έπλευσε με μεγάλο στόλο και αφού ανάγκασε τους κατοίκους να παραδοθούν, τους υποδούλωσε.

Από την Νάξο, ο Κίμων έπλευσε στην Ασία και αφού συγκέντρωσε ένα στόλο από 200 τριήρεις, πολιόρκησε την Ελληνική πόλη της Φασελής. Αμέσως μετά την κατάληψη της, έπλευσε στον ποταμό Ευρυμέδωνα το 466 π.Χ., για να επιτεθεί στον Περσικό στόλο. Μετά από ολοκληρωτική νίκη, όπου 200 πλοία κατελήφθησαν, ο Κίμων κατεδίωξε τους Πέρσες, οι οποίοι είχαν στο μεταξύ αποβιβασθεί στην ξηρά και τους νίκησε. Όταν έλαβε μήνυμα, ότι 80 Φοινικικά πλοία βρισκόταν στην Ίδρο της Κύπρου, έπλευσε όσο το γρηγορότερο μπορούσε, νικώντας τους και καταστρέφοντας αρκετά πλοία. Αυτή ήταν η τρίτη νίκη μέσα σε μια μέρα του γενναίου και ένδοξου στρατηγού Κίμωνα, ανεβάζοντας την Αθήνα στο απόγειο της δύναμης της.

Ποτέ δεν ήταν η επιρροή του Κίμωνα στις αποφάσεις της Αθήνας μεγαλύτερη. Από την τεράστια περιουσία του έκτισε με δικά του έξοδα το νότιο τείχος της Ακροπόλεως. Άρχισε επίσης να κτίσει τα τείχη, τα οποία συνέδεαν την Αθήνα με τα λιμάνια της (Πειραιά, Φάληρο). Εφύτευσε τον κήπο της Ακαδημίας, καθώς και την αγορά με πλατάνια. Όταν το νησί της Θάσου ζήτησε δικαιώματα στα λιμάνια και στα ορυχεία της Θρακικής χερσονήσου, τα οποία κατείχαν οι Αθηναίοι, ο Κίμων έπλευσε με μεγάλο στόλο στο νησί και νίκησε τον στρατό της Θάσου, πρώτα στην θάλασσα και μετά στην στεριά, πολιορκώντας την πόλη, η οποία τελικά παρεδόθη μετά από δύο χρόνια, το 463 π.Χ. Οι Αθηναίοι γκρέμισαν τα τείχη, πήραν τα πλοία τους και τους ανάγκασαν να πληρώσουν ένα μεγάλο ποσό χρημάτων. Συγχρόνως, ο Κίμων έφερε 10,000 Αθηναίους να κατοικήσουν την περιοχή, ονομαζόμενη “Εννέα δρόμοι” (μετέπειτα ονομάσθηκε Αμφίπολη), απέναντι από την Θάσο. Στο μεταξύ οι κάτοικοι της Θάσου ζήτησαν την βοήθεια της Σπάρτης, η οποία ήταν έτοιμη να τους βοηθήσει στέλνοντας στρατό για να εισβάλει στην Αττική, αλλά οι ετοιμασίες σταμάτησαν όταν ένα ισχυρός σεισμός κατέστρεψε ολόκληρη την πόλη της Σπάρτης, το 464 π.Χ.

Αυτή ήταν η ευκαιρία που περίμεναν οι Μεσσήνιοι για να επαναστατήσουν (3ος Μεσσηνιακός Πόλεμος 464 π.Χ.). Η Σπάρτη με την βοήθεια των Πελοποννησίων, μη μπορώντας να καταλάβει το φρούριο των Μεσσηνίων, την Ιθώμη, ζήτησε την βοήθεια των Αθηναίων. Οι δημοκρατικοί με αρχηγό τους τον Περικλή, αρνήθηκαν να βοηθήσουν την Σπάρτη, αλλά ο Κίμων τους έπεισε και επικεφαλής στρατού έφθασε στην Ιθώμη. Μετά από ανεπιτυχή επίθεση στο οχυρό, στην οποία έλαβαν μέρος και οι Αθηναίοι, οι Σπαρτιάτες τους έδιωξαν. Μετά από αυτό το γεγονός, οι προσβεβλημένοι Αθηναίοι υπό την αρχηγία του Περικλή, κατάφεραν να εξορίσουν τον Κίμωνα.

Οι κάτοικοι των Μεγάρων δυσαρεστημένοι με τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι άφηναν τους Κορινθίους να τους επιτείθονται, έκαναν συμμαχία με τους Αθηναίους (459 π.Χ.). Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού ήταν ο πόλεμος που άνοιξε η Κόρινθος εναντίον της Αθήνας. Ένα μικρό τμήμα Αθηναϊκού στρατού που αποβιβάστηκε στους Αλιείς στην Ακτή (459-458 π.Χ.), νικήθηκε από τους Κορινθίους, αλλά σε ναυμαχία μεταξύ των Αθηναίων και Κορινθίων, η οποία έλαβε μέρος κοντά στο νησάκι Κεκρυφάλια, στον Σαρωνικό κόλπο ανάμεσα στην Αίγινα και τις Αργολικές ακτές, οι Αθηναίοι νίκησαν τους Κορινθίους. Οι Αθηναίοι νίκησαν επίσης και τους Αιγινήτες μαζί με τους συμμάχους τους, σε μεγάλη ναυμαχία κοντά στην Αίγινα, καταστρέφοντας και καταλαμβάνοντας εβδομήντα πλοία. Μετά από την μάχη, οι Αθηναίοι αποβιβάστηκαν στην Αίγινα και πολιόρκησαν την πόλη, η οποία έπεσε μετά από δύο χρόνια (457-456 π.Χ.). Η Αίγινα αναγκάσθηκε να εισέλθει στην συμμαχία, σαν η πιο πλούσια υποτελής πόλη.

Όταν οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι τους εισέβαλλαν στα Μέγαρα το 458 π.Χ., γνωρίζοντας ότι οι Αθηναϊκές δυνάμεις βρισκόταν στην Αίγινα, ο έξοχος Αθηναίος στρατηγός Μυρωνίδης, συγκέντρωσε ένα στρατό από γέροντες και παιδιά και πήγε να βοηθήσει τους Μεγαρείς. Σε μια αμφίρροπη μάχη εναντίων των Κορινθίων, οι οποίοι αργότερα έφυγαν, οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιο. Κατακρινόμενοι από τους κατοίκους της Κορίνθου, ο Κορινθιακός στρατός μετά από δώδεκα μέρες επέστρεψε πίσω και άρχισε να στήνει δικό του τρόπαιο. Όταν οι Αθηναίοι τους είδαν, βγήκαν έξω από τα τείχη των Μεγάρων και μετά από μάχη τους σκότωσαν, καθώς και άλλες δυνάμεις που ήλθαν προς βοήθεια τους.

Την ίδια περίοδο που η Αθήνα κέρδιζε αυτές τις απίστευτες μάχες, ένα μέρος της ναυτικής της δυνάμεως βρισκόταν στην Αίγυπτο, όπου 200 Αθηναϊκά και συμμαχικά πλοία έπλεαν στις ακτές της Κύπρου και της Φοινικίας. Εκεί, προσκαλέστηκαν από τον Λίβυο πρίγκιπα Ίναρο, γιο του Ψαμμέτιχου, ο οποίος είχε επαναστατήσει εναντίον της Περσίας. Ο Αθηναϊκός στόλος έπλευσε κατά μήκος του Νείλου προς τα πάνω, και διαπίστωσε ότι ο Ίναρος είχε καταφέρει να νικήσει τον Περσικό στόλο. Ο στόλος τότε έπλευσε στην Μέμφιδα, όπου κατόρθωσε να απομακρύνει τις Περσικές δυνάμεις, αλλά απέτυχε να καταλάβει την οχυρωμένη Ακρόπολη (459 π.Χ.). Η πολιορκία του οχυρού κράτησε μερικά χρόνια, κατά την διάρκεια της οποίας ο Αρταξέρξης ετοίμασε ένα μεγάλο στρατό και Φοινικικό στόλο υπό την αρχηγία του Μεγαβύζου. Οι Αθηναίοι ήταν αναγκασμένοι να οπισθοχωρήσουν στο νησί Φωσφορίτης, στο Νείλο, όπου αντιστάθηκαν γενναία, έως ότου ο Μεγαβύζος με τον στόλο του άλλαξε την πορεία του καναλιού που σχημάτιζε το νησί και τους επιτέθηκαν στην ξηρά. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι είχαν κάψει τα πλοία τους, αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Οι Πέρσες τους σκότωσαν όλους εκτός από μερικούς στρατιώτες που κατάφεραν να δραπετεύσουν στην Κυρήνη. Χωρίς να έχουν γνώση των γεγονότων αυτών,50 Αθηναϊκά πλοία που ήλθαν να βοηθήσουν, ηττήθηκαν και σχεδόν όλα καταστράφηκαν.

Η Σπάρτη ζηλότυπη για τις επιτυχίες της Αθήνας, με το πρόσχημα ότι βοηθάει τους Δωρείς, των οποίων την περιοχή είχαν καταλάβει οι Φωκείς, έστειλαν 1500 οπλίτες και μαζί με 10,000 συμμάχους βάδισαν στην Δωρία, αναγκάζοντας τους Φωκείς να οπισθοχωρήσουν. Από την Φωκίδα οι Σπαρτιάτες προχώρησαν στην Βοιωτία σύμφωνα με το σχέδιο τους, όπου αναστήλωσαν τις οχυρώσεις στην Θήβα και υπέταξαν τις άλλες γύρω πόλεις, με εντολή να υπακούουν στην Θήβα. Εκεί οι Σπαρτιάτες δέχθηκαν πρόταση από το ολιγαρχικό κόμμα των Αθηνών, με την υπόσχεση να τους βοηθήσουν να ανατρέψουν την δημοκρατία. Όταν οι Λακεδαιμόνιοι πήραν θέση στην Τανάγρα, στα σύνορα της Αττικής, οι Αθηναίοι αμέσως συγκέντρωσαν στρατό, 14,000 ανδρών, συμπεριλαμβανομένων 1000 Αργείων και του Θεσσαλικού ιππικού και βάδισαν να εμπλακούν μαζί τους.

Πριν από την μάχη, ο εξόριστος Κίμων, ζήτησε να λάβει μέρος στην μάχη, σαν απλός πολίτης. Οι Αθηναίοι όμως, υποψιαζόμενοι ότι είχε λάβει μέρος στην ολιγαρχική προδοσία, αρνήθηκαν. Ο Κίμων τότε έδωσε τα άρματα του σε φίλους, λέγοντας τους να πολεμήσουν για την τιμή του. Εκατό από τους φίλους του Κίμωνα έπεσαν στην μάχη, πολεμώντας με αυτοθυσία και ηρωισμό. Η αιματηρή και αμφίρροπη μάχη έλαβε μέρος το 457 π.Χ., στην οποία οι Λακεδαιμόνιοι απέκτησαν το πλεονέκτημα, όταν το Θεσσαλικό ιππικό με δόλο εγκατέλειψε τους Αθηναίους. Οι Σπαρτιάτες μετά την μάχη, αν και νίκησαν, δεν ήταν σε θέση να εισβάλλουν στην Αττική και αφού λεηλάτησαν περιοχές των Μεγάρων, αποσύρθηκαν. Ο εξόριστος Κίμων, μετά από εισήγηση του Περικλή, επέστρεψε από την εξορία.

Στην αρχή του έτους 456 π.Χ. και δύο μήνες μετά από την μάχη της Τανάγρας, οι Αθηναίοι εισέβαλλαν στην Βοιωτία. Οι Βοιωτοί συγκέντρωσαν μεγάλο στρατό και ήλθαν στα Οινόφυτα, όπου η μάχη έλαβε μέρος. Ο γενναίος στρατηγός Μυρωνίδης κέρδισε μια ολοκληρωτική και αποφασιστική νίκη. Οι Αθηναίοι αφού κατέλαβαν τις Βοιωτικές πόλεις, εξόρισαν τους συνεργάτες των Λακεδαιμονίων και εγκαθίδρυσαν δημοκρατική κυβέρνηση.

Ένα χρόνο μετά την μάχη στα Οινόφυτα, η Αθήνα τελείωσε τα μακρά τείχη. Ο στρατηγός Τολμήδης με στόλο έπλευσε στην Πελοπόννησο και έκαψε τα λιμάνια των Λακεδαιμονίων, την Μεθώνη και το Γύθειο, κατέλαβε επίσης την Ναύπακτο στην Λοκρίδα, εγκαθιστώντας τους Μεσσηνίους και τους Είλωτες.

Το 452 π.Χ., η Αθήνα και η Σπάρτη έκαναν ανακωχή, κατόπιν εισήγησης του Κίμωνα, για μια περίοδο πέντε χρόνων. Μετά την ανακωχή, ο Κίμων βρήκε την ευκαιρία να συνεχίσει τον πόλεμο με τους Πέρσες. Έπλευσε στην Κύπρο με 200 τριήρεις της συμμαχίας. Από εκεί, έστειλε 60 πλοία στην Αίγυπτο να βοηθήσει τον πρίγκιπα Αμυρταίο, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες στο Δέλτα. Ο Κίμων με τον υπόλοιπο στόλο πολιόρκησε το Κίτιο στην Κύπρο.

Κατά την διάρκεια της πολιορκίας ο Κίμων πέθανε και την αρχηγία του στόλου ανέλαβε ο Αναξικράτης, ο οποίος έφυγε από το Κίτιο για να αντιμετωπίσει τον Φοινικικό και Σικελικό στόλο στην Σαλαμίνα της Κύπρου. Ο Ελληνικός στόλος κέρδισε μια ολοκληρωτική νίκη στην ξηρά και στην θάλασσα και αφού ενώθηκε με τα εξήντα πλοία στην Αίγυπτο, έπλευσε για την Αθήνα.

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ

===================================================

Κορνήλιος Καστοριάδης (αναρτηση 15/06-2011)

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης ήταν Έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής. Συγγραφέας του έργου Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, διευθυντής σπουδών στην Σχολή Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού από το 1979, και φιλόσοφος της αυτονομίας, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα.

Γεννήθηκε το 1922 στην Κωνσταντινούπολη και την ίδια χρονιά η οικογένεια του μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης πρωτοήρθε σε επαφή με την μαρξιστική σκέψη και την φιλοσοφία ταυτόχρονα σε ηλικία 13 ετών, οπότε και γεννήθηκε και το ενδιαφέρον του τόσο για την σκέψη όσο και για την πολιτική. Η πρώτη ενεργός ανάμιξη και δραστηριοποίηση του στην πολιτική, ήρθε όταν επί δικτατορίας Μεταξά (1937) προσχώρησε στην ΟΚΝΕ. Ενεγράφη στο κομμουνιστικό κόμμα και το 1941 και λίγο μετά την αρχή της κατοχής συγκρότησε μαζί με άλλους νέους μία ομάδα που εναντιωνόταν στο προσανατολισμό του ΚΚΕ. Το 1943 προσχώρησε στην τροτσκιστική ομάδα του Σπύρου Στίνα, πράγμα που είχε ως συνέπεια τη δίωξή του όχι μόνο από τους Γερμανούς αλλά και από το ΚΚΕ. Το 1944 γράφει τα πρώτα του κείμενα για τις κοινωνικές επιστήμες και τον Μαξ Βέμπερ (Max Weber), τα οποία δημοσιεύει στο περιοδικό Αρχείο Κοινωνιολογίας και Ηθικής.

Σπούδασε αρχικά νομικά και οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατά τα Δεκεμβριανά, αποδοκίμασε την στάση του ΚΚΕ και, στη συνέχεια, μετέβη με το πορτογαλικό πλοίο Ματαρόα από τον Πειραιά στο Παρίσι όπου έμελλε να εγκατασταθεί μόνιμα. Συνεπιβάτες σε αυτό το πλοίο και οι άλλοι δύο Έλληνες, μετέπειτα στοχαστές του Παρισιού, ο Κώστας Αξελός και ο Κώστας Παπαϊωάννου, που μαζί με διακόσιους ακόμα (ανάμεσα στους οποίους και οι: Μακρής, Ξενάκης, Κρανάκη) είχαν εξασφαλίσει, με την βοήθεια του Οκτάβιου Μερλιέ (Octave Merlier), υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου από την γαλλική κυβέρνηση.

Στο Παρίσι έγινε μέλος της τροτσκιστικής Τετάρτης Διεθνούς και του Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος, από τις οποίες όμως άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται, ώσπου μετά το 1948 να εγκαταλείψει οριστικά το τροτσκιστικό κίνημα. Παράλληλα από την ίδια χρονιά άρχισε να εργάζεται στην υπηρεσία Στατιστικής Εθνικών Λογαριασμών και Μελετών Ανάπτυξης του Οργανισμού Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΟΟΣΑ), μια θέση την οποία διατήρησε ως και το 1970.
Το 1946 ξεκίνησε και η γνωριμία του με τον διανοούμενο Κλωντ Λεφώρ, με τον οποίο συγκρότησαν μία εσωτερική τάση στο PCI, από το οποίο αποχώρησαν το 1948 και ίδρυσαν την ομάδα Socialisme ou Barbarie («Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα»), η οποία από το επόμενο έτος μέχρι το 1965 εξέδιδε το ομώνυμο περιοδικό. Από τα κείμενα εκείνης της περιόδου προέκυψαν τα βιβλία: Η Γραφειοκρατική Κοινωνία (1973), Η Πείρα του Εργατικού Κινήματος (1974), Το Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού, Σύγχρονος Καπιταλισμός και Επανάσταση, Η Γαλλική Κοινωνία (1979).

Μέσα από το συγκεκριμένο περιοδικό βρήκαν βήμα τα επόμενα χρόνια γνωστοί διανοούμενοι της Γαλλίας, όπως ο Lyotard και ο Debord. Το περιοδικό κινείτο πέραν των τροτσκιστικών κύκλων και ήταν ιδιαίτερα επικριτικό στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Χαρακτηριστική της γραμμής του περιοδικού ήταν η ανάλυση του Καστοριάδη για το πολιτικό σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης, το οποίο το χαρακτήρισε καθεστώς “Γραφειοκρατικού Καπιταλισμού”. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Η ρωσική επανάσταση οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός νέου τύπου καθεστώτος εκμετάλλευσης και καταπίεσης όπου μια νέα κυρίαρχη τάξη, η γραφειοκρατία, σχηματίστηκε γύρω από το κομμουνιστικό κόμμα». Όσον αφορά τις «φιλελεύθερες δημοκρατίες» της Δύσης θεωρούσε ότι το κριτήριο ταξικής διαφοροποίησης είχε πάψει να είναι πλέον η κατοχή και ο έλεγχος των μέσων παραγωγής, αλλά η κατοχή και η ικανότητα άσκησης εξουσίας. Σταδιακά και προς τα τελευταία χρόνια της έκδοσης του περιοδικού ο Καστοριάδης απομακρύνθηκε από την μαρξιστική φιλοσοφία και θεωρία της Ιστορίας όσο και από την μαρξιστική οικονομική ανάλυση, πράγμα εμφανές στο κείμενο του «Μαρξισμός και επαναστατική κοινωνία» το οποίο αργότερα συμπεριελήφθη στο Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ οι θέσεις και οι απόψεις του Καστοριάδη γνώρισαν μεγάλη απήχηση στους επαναστατικούς κύκλους πολλών χωρών της εποχής, ο ίδιος δεν είχε την ανάλογη αναγνώριση, καθώς ήταν αναγκασμένος να υπογράφει τα κείμενα του χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα (Pierre Chaulieu, Paul Cardan, Marc Noiraud κ.α). Αυτό συνέβαινε διότι δεν είχε γαλλική υπηκοότητα ή διαβατήριο ακόμη, με συνέπεια να βρίσκεται συνεχώς υπό τον φόβο της απέλασης στην Ελλάδα. Στις σελίδες του περιοδικού πρωτοεμφανίστηκαν και μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα της πρώτης περιόδου της σκέψης του, τα οποία αργότερα έμελλε να δημοσιευθούν μέσα από τις εκδόσεις βιβλίων του, όπως τα: «Η Γραφειοκρατική Κοινωνία», «Η Πείρα του Εργατικού Κινήματος» και του ίσως σημαντικότερου έργου του «Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας».

Το 1967 η ομάδα του Socialisme ou Barbarie διαλύεται, ωστόσο όμως δύο χρόνια αργότερα, τα κείμενα και η σκέψη της ομάδας και κυρίως του Καστοριάδη αποτελούν βασική πηγή έμπνευσης των εξεγερμένων φοιτητών του Μάη του ’68. Το 1970 ο Καστοριάδης αποκτά την γαλλική υπηκοότητα και έτσι παύει πλέον ο συνεχής φόβος της απέλασης. Αυτή την περίοδο ο Καστοριάδης στρέφεται στην ψυχανάλυση, μάλιστα εργάζεται και ως ψυχαναλυτής ο ίδιος από το 1974, και γίνεται μέλος της επονομαζόμενης Τέταρτης Ομάδας, ενός κινήματος διαφωνούντων της σχολής του Λακάν (Lacan).
Αυτή η στροφή προς την ψυχανάλυση χαρακτηρίζει πλέον το σύνολο της σκέψης του, πράγμα το οποίο τον οδηγεί σε μια καινούργια φιλοσοφική κατανόηση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του ανθρώπου, η οποία αποτυπώνεται στο κλασικό πλέον έργο του ‘Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας’. Κεντρική θέση στην σκέψη του αποκτά η έννοια του Φαντασιακού, το οποίο θεωρεί ως το θεμέλιο στοιχείο της ανθρώπινης δημιουργίας.

Ο Καστοριάδης αντιλαμβάνεται την κοινωνική διαφοροποίηση ως μια διαδικασία συνεχούς δημιουργίας ex nihilo σημασιών, νοημάτων, εικόνων οι οποίες θεσπίζονται και δομούν την εικόνα του κόσμου και της κοινωνίας κάθε εποχής. Ο Καστοριάδης αρνείται την ύπαρξη οποιουδήποτε ντετερμινισμού όσον αφορά την κοινωνική αλλαγή, οποιασδήποτε προδιαγεγραμμένης πορείας της κοινωνίας, καθώς αυτή είναι συνεχής δημιουργία που γεννιέται και νοηματοδοτείται μέσω του «Κοινωνικού Φαντασιακού». Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, αν και όλες οι κοινωνίες δημιουργούν οι ίδιες της φαντασιακές σημασίες τους (δηλαδή τους θεσμούς, τους κανόνες, τις πεποιθήσεις, τις αντιλήψεις κ.λπ.) δεν έχουν όλες συνείδηση του γεγονότος αυτού. Πολλές κοινωνίες συγκαλύπτουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της θέσμισης των φαντασιακών σημασιών τους, αποδίδοντας την θέσμιση και την θεμελίωση τους σε εξω-κοινωνικούς παράγοντες (π.χ. το Θεό, την παράδοση, το νόμο, την ιστορία). Με βάση αυτή την συνείδηση της αυτοθέσμισης των φαντασιακών σημασιών από κάθε κοινωνία, ο Καστοριάδης διέκρινε μεταξύ των αυτόνομων κοινωνιών, αυτών δηλαδή που είχαν συνείδηση της αυτοθέσμισης αυτής, και των ετερόνομων κοινωνιών, στις οποίες η θέσμιση αποδιδόταν σε κάποια εξωκοινωνική αυθεντία.

Το 1979 ο Καστοριάδης εξελέγη διευθυντής της Ecoles des Hautes Etudes en Sciences Sociales, όπου διοργάνωσε σεμινάριο με τίτλο “Θέσμιση της κοινωνίας και ιστορική δημιουργία”.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κορνήλιος Καστοριάδης επισκέφθηκε αρκετές φορές της Ελλάδα, δίνοντας σειρά διαλέξεων, μεταξύ άλλων στη Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, τον Βόλο το Ρέθυμνο κ.α. Το 1989 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Στις 24 Φεβρουαρίου 1993 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης απεβίωσε σε ηλικία 75 ετών, στις 26 Δεκεμβρίου του 1997.

==============================

Βάσω Κατράκη ( ANΑΡΤΗΣΗ 25/05-2011)

Συντάκτης: Μαρία Μποϊλέ
VassoKatraki
Η Βάσω Κατράκη (1914-1988) υπήρξε, αδιαμφισβήτητα, η σημαντικότερη Ελληνίδα καλλιτέχνις που έδωσε νέα πνοή στη χαρακτική τέχνη. Η δημιουργία της καταξιώθηκε μέσα από διεθνείς διακρίσεις και βραβεία και λειτουργεί ως παράδειγμα συνεχούς αναζήτησης και πειραματισμού.
41-50-800-600-80
Γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1914 στο Αιτωλικό και έζησε σε ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα με τα τέσσερα αδέλφια και τους γονείς της. Εκείνοι ήταν που της μετέδωσαν την αγάπη για τις τέχνες, καθώς ο πατέρας της, Γιώργος Λεονάρδος, ήταν «προικισμένος καλλιτέχνης», ενώ η μητέρα της «περίφημη υφάντρα».
Στα δεκαεπτά της ξαφνικά συνειδητοποίησε και αποφάσισε ότι θέλει να γίνει ζωγράφος, καθώς, όπως η ίδια χαρακτηριστικά σημείωνε, «Μ’ άρεσε πολύ το διάβασμα και πιο πολύ η ποίηση. Κοντά στ’ αδέλφια μου ζωγράφιζα κι εγώ. Κρυφά ονειρευόμουνα να γίνω ζωγράφος, μα μου φαινότανε τόσο άπιαστα μεγάλο, που δεν μπορούσε λογικά να χωρέσει το μυαλό μου. Ό,τι έβλεπα έλεγα: “Εγώ αυτό μπορώ να το κάνω”. Και πολλές φορές έβαζα τον εαυτό μου σε δοκιμασία. Δεν ήξερα ότι άλλο πράμα ήταν η τέχνη. Και μια μέρα σφηνώθηκε ξαφνικά στο μυαλό μου ένα ερώτημα “Kι αν γίνω ζωγράφος;” Χίλιες καμπάνες χτυπήσανε μέσα μου κι έχασα τον κόσμο. Από τότε δεν είχα τίποτε άλλο στο μυαλό μου νύχτα μέρα…».
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εγγραφή της (1936) στη Σχολή Καλών Τεχνών, στο εργαστήριο ζωγραφικής με τον Παρθένη, όπου «ήταν η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε ότι ένα σχέδιο έχει φως και σκιά με μία γραμμή μόνο», και στο Εργαστήριο του Γιάννη Κεφαλληνού, όπου αγάπησε τη χαρακτική καθώς εξασκήθηκε στην ξυλογραφία, την τυπογραφία και την τέχνη του βιβλίου.
67-63-800-600-80
Στα χρόνια των σπουδών της εισχώρησε στην Αριστερά και συμμετείχε σε ομαδική έκθεση αριστερών, κατά κύριο λόγο, σπουδαστών της Σχολής στον «Παρνασσό», στην οποία κυριαρχούσαν έργα με αντιπολεμικό-αντιφασιστικό περιεχόμενο. Το 1940 ανέλαβε την επιμέλεια και την εικονογράφηση του βιβλίου Τα λόγια της πλώρης του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Με την έναρξη του πολέμου φιλοτέχνησε την πασίγνωστη «προπαγανδιστική» αφίσα με τη γυναίκα που πλέκει «για τους στρατιώτες». Ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκε τον Γιώργο Κατράκη μαζί με τον οποίο αγωνίστηκε τα επόμενα χρόνια για τα ιδανικά της, ακολουθώντας τις μονάδες της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ.
Οργανώθηκε, επίσης, στο ΕΑΜ Καλλιτεχνών και ξυλογραφίες της συμπεριλήφθηκαν στην παράνομη έκδοση του ΕΛΑΣ-ΕΑΜ, Από τους Αγώνες του Ελληνικού Λαού. Στα τέλη της δεκαετίας του ΄40 ασχολήθηκε συστηματικά με την εικονογράφηση στον αριστερό εκδοτικό οίκο Τα Νέα Βιβλία, ενώ ξυλογραφίες της δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα και στην εφημερίδα Ριζοσπάστης.
eikonografisi_041-482-800-600-80
afisa-Gia_tous_stratiotes-Vaso_Katraki

Για τους στρατιώτες, 1940, Έγχρωμη αφίσα.

Οι δημιουργίες της Κατράκη μπορούν να χωριστούν σε δύο περιόδους από την άποψη της τεχνικής. Μέχρι και λίγο πριν τα μέσα της δεκαετίας του ΄50 χάραζε στο ξύλο και μετά στην ίδια την πέτρα επί τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια, μια τεχνική πρωτότυπη, στην οποία αναγνωρίζεται η «απόλυτη καλλιτεχνική δεξιοτεχνία» της χαράκτριας, συνδυασμένη με «οξυδερκή ελευθερία». Αυτή η επιλογή απελευθέρωσε τη χαρακτική από τους καταναγκασμούς της τυπογραφίας και της διαφήμισης και έφερε το έργο της, σε ό,τι αφορά το ύφος και την τεχνοτροπία, πιο κοντά στις αρχέγονες προϊστορικές μορφές και συνθέσεις. Όπως έλεγε και εκείνη «Πάντα μου άρεσε ένα πράγμα. Να μιλάει το υλικό μόνο του τη δική του γλώσσα».

getimage-doiv

Η Πείνα, 1943, Ξυλογραφία για την εικονογράφηση του λευκώματος Από τους αγώνες του Ελληνικού Λαού, Έκδοση ΕΛΑΣ – ΕΑΜ.
Στα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της σταδιοδρομίας της η Κατράκη υιοθέτησε την παραστατική απεικόνιση στα έργα της, με την ανθρώπινη μορφή να είναι πανταχού παρούσα. Οι ξυλογραφίες από τη λιμνοθάλασσα, τα τοπία από το Μεσολόγγι, οι ξυλογραφίες με θέμα τα τραγικά χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης είναι κάποια από τα παραδείγματα των έργων της. Παράλληλα, απαθανάτιζε τις καταστάσεις που βίωνε καθημερινά σε έργα όπως, η «Κηδεία στην Κατοχή», η «Πείνα», «Ο Κρεμασμένος», η «Διαδήλωση στην Κατοχή», το «Οδόφραγμα-Δεκέμβρης 1944», «Θε μου, και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι», κ.ά.

Μετά το πρώτο βραβείο της 33ης Μπιενάλε της Βενετίας (το 1966), η καλλιτέχνις εξορίστηκε το 1967 από τη χούντα στη Γυάρο. «Πώς να περιγράψω την κόλαση στα Γιούρα;» σημειώνει η ίδια. «Έμεινα εννιάμιση μήνες εκεί, τότε μάλιστα είχε διαδοθεί ότι τρελάθηκα… Ήταν ένα νησί περίεργο. Σε όλο το διάστημα που έμεινα δεν είδα ούτε ένα πουλί να περνάει… Οι θάλαμοι βρομάγανε και μας έφερναν νερό με βαρέλια από μηχανόλαδο καραβιών. Πείνα, δίψα, άλλοι δαρμένοι, άλλοι τραυματισμένοι, ήταν κάτι το φρικιαστικό. Στην αρχή έφτιαχνα καπέλα από άγρια βούρλα… Ύστερα ανακάλυψα τα βότσαλα». Υπήρξε μία τραγική περίοδος της ζωής της που την περιέγραψε γλαφυρά στις ενότητες «Πλατυτέρα», «Δάσος», «Καταστάσεις», «Αναμονή», «Παναγία», «Ίκαρος», «Συντεταγμένες», αλλά και σε σχέδια που φιλοτέχνησε επιτόπου στη Γυάρο, καθώς και στα πιο ελεύθερα σε σχέδιο βότσαλα που μάζευε η ίδια στην παραλία του νησιού του μαρτυρίου.

2_________.306-502-800-600-801_________.210-503-100-100-80-c

Είναι γεγονός ότι τα έργα της Κατράκη αναφέρονται σε πανανθρώπινες και διαχρονικές αξίες, φορείς σκέψεων και στόχων, ιδανικών και συναισθημάτων που αποδίδονται με πρωτοφανή μνημειακότητα όσον αφορά, κυρίως, στην ανθρώπινη μορφή, η οποία ανυψώνεται σε καθολικό σύμβολο. Υπάρχουν πολλοί μελετητές που ανάγουν τις επιμηκυσμένες, αρχετυπικές μορφές των συνθέσεών της στα κυκλαδικά ειδώλια, κάτι που ενισχύεται από τη μελέτη και το ενδιαφέρον της για την κυκλαδική τέχνη. Τα θέματα των έργων είναι έμφορτα εννοιών, όπως η μοναξιά της ύπαρξης, η επαφή και το αλληλέγγυο, η πυκνή ουσία της ζωής και το αναπόφευκτο του θανάτου.

issue-04-popup

Προφίλ Κοπέλας, έγχρωμη ξυλογραφία, 40×24εκ.

Την πορεία της συνθέτουν πολυάριθμες εκθέσεις, ατομικές και ομαδικές, όπως η συμμετοχή της στη Διεθνή Έκθεση του Καΐρου, η έκθεση Grekist Konst στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Στοκχόλμης, η πρώτη έκθεση της ομάδας «Στάθμη» στο Ζάππειο κ.α., λευκώματα, ποιήματα και βιβλία που εικονογράφησε, προσωπικοί αγώνες μέσω της τέχνης με σκοπό τη συμβολή της στην Εθνική Αντίσταση, καθώς και εθνικές και διεθνείς διακρίσεις.

Την ουσία της τέχνης της αποτύπωσε εύστοχα η Ελένη Βακαλό, το 1980, με τα εξής λόγια: «Φτάσαμε σ’ ένα κεντρικό θέμα για την ερμηνεία της δουλειάς της Βάσως. Ότι είναι έργο γυναικείο. Συνήθως, όταν το λένε αυτό, εννοούν τις εντελώς διαφορετικές ιδιότητες από κείνες που ίσα-ίσα έδειξε η Βάσω σε όλο της το έργο… Το λεπτό, το εύθραυστο, το συναισθηματικό ή και αισθηματολογικό, η μικρή κλίμακα, το κεντίδι, αποδίδονται συνήθως στη γυναικεία τέχνη. Το μνημειακό, η αδρότητα, η δύναμη της τέχνης στης Βάσως, αντίθετα, από αυτή την άποψη την κάνουν σπάνια αρρενωπή… Ιδού τι είναι βαθύτατα γυναικείο. Η σωματική αίσθηση της πλατιάς αγκαλιάς που αποδέχεται και μας κάνει έτσι να νοιώθομε, να σκεφτόμαστε, να πράττομε, με σταθερό μέγεθος αυτή την αποδοχή των συγκεκριμένων, όσων στην ύλη, στη γη, στους ανθρώπους».

0034-191-800-600-80

Επίσκεψη ΙΙ, 1979, Χάραγμα σε πέτρα, 105×73εκ.

Βιβλιογραφία

  • Βακαλό Ελ., Κριτική εικαστικών τεχνών, τομ. Α΄, Αθήνα 1996.
  • Μπόλης Γ., Βάσω Κατράκη. Σύγχρονοι Έλληνες Εικαστικοί, Τα Νέα, Αθήνα 2009.
  • Σταυρόπουλος Κ., Βάσω Κατράκη. Κορυφαία ερμηνεύτρια της ανθρώπινης τραγωδίας, κατάλογος έκθεσης, Πινακοθήκη Πιερίδη, Αθήνα 1998.

================================

ΘΗΣΕΑΣ-Ο ΗΡΩΑΣ  ΠΟΥ ΛΑΤΡΕΨΕ Η ΑΘΗΝΑ

Ο Θησέας είναι ο κατεξοχήν ήρωας της Αθήνας, κατέχοντας την αντίστοιχη θέση στους Ίωνες που έχει ο Ηρακλής στους Δωριείς, μολονότι μια γενιά νεότερος. Μητέρα του είναι η Αίθρα, κόρη του βασιλιά της Τροιζήνας και πατέρας του ο Αιγέας, βασιλιάς των Αθηνών. Ο Αιγέας μετά από δύο άγονους γάμους με τη Μήτα και τη Χαλκιόπη ζήτησε τη βοήθεια του Μαντείου των Δελφών, αναφορικά με το τι έπρεπε να κάνει. Το Μαντείο του έδωσε ένα άσχετο και ακαταλαβίστικο χρησμό: «Μην ανοίξεις το ασκί του κρασιού σου πριν φτάσεις στην Αθήνα». Ο Αιγέας, μη κατανοώντας το νόημα του χρησμού, ταξιδεύοντας πίσω στην Αθήνα πέρασε και από την Τροιζήνα, στην οποία βασίλευε ο σοφός Πιτθέας, με σκοπό να ζητήσει τη συμβουλή του. Ο Πιτθέας κατάλαβε αμέσως το χρησμό (να μην μεθύσει πριν φτάσει στην Αθήνα), αλλά ήθελε πάση θυσία να τον ζευγαρώσει με την κόρη του, Αίθρα.Έτσι, ο σοφός βασιλιάς διοργάνωσε μεγάλο συμπόσιο προς τιμήν του Αιγέα, στον οποίο προσέφερε μεγάλη ποσότητα κρασιού. Ο Αιγέας μέθυσε, με αποτέλεσμα να περάσει τη νύχτα με την Αίθρα. Το επόμενο πρωί, καταλαβαίνοντας τι είχε γίνει, ανακοίνωσε στην Αίθρα ότι θα έπρεπε να επιστρέψει μόνος στην Αθήνα και να μην μάθει κανείς ότι θα είχε απόγονο, γιατί οι Παλλαντίδες, οι 50 γιοι του αδελφού του, Πάλλαντα, διεκδικούσαν το θρόνο του. Επιπλέον, άφησε παρακαταθήκη στο γιο του το ξίφος του και τα σαντάλια του, τα οποία τοποθέτησε κάτω από μια μεγάλη πέτρα, δίνοντας οδηγίες στην Αίθρα να τον οδηγήσει στο μέρος αυτό όταν θα ήταν αρκετά δυνατός να σηκώσει την πέτρα, να αναλάβει και να πάει στην Αθήνα, σε αναζήτηση του πατέρα του.
Καρπός της ένωσής τους ήταν ο Θησέας, που μεγάλωσε στην Τροιζήνα, μαζί με τη μητέρα του και τον παππού του. Μεγαλώνοντας, έγινε ένας όμορφος και δυνατός νέος. Ένα από τα πρώτα του κατορθώματα ήταν να αρπάξει τον τρομερό ταύρο που είχε φέρει ο Ηρακλής από την Κρήτη: ο ταύρος, που βρισκόταν κοντά στο Μαραθώνα, προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση στην περιοχή και έτσι ο Θησέας τον αιχμαλώτισε με αλυσίδες και τον προσέφερε θυσία στο Δελφίνιο Απόλλωνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Θησέας δεν δέχτηκε να του κόψουν όλα του τα μαλλιά, όπως συνηθιζόταν, αλλά μόνο τις μπούκλες γύρω από το μέτωπό του. Το κούρεμα αυτό έγινε αργότερα της μόδας, γνωστό ως «θησεία κόμη».
Λέγεται πως μια μέρα πριν ο Θησέας συλλάβει τον ταύρο έβρεχε βαριά και ζήτησε φιλοξενία σε ένα από τα σπίτια της περιοχής. Η γριά που τον φιλοξένησε ονομαζόταν Εκάλη και επειδή είχε πεθάνει λίγο μετά που έφυγε, όταν έγινε βασιλιάς στην Αθήνα έδωσε το όνομά της σε ένα χωριουδάκι της Αττικής, τη σημερινή Εκάλη, που είναι κτισμένα τα εξοχικά των πλούσιων Ελλήνων. Λίγο πριν, όταν ο Θησέας ήταν 7 ακόμη χρονών, επισκέφθηκε την Τροιζήνα ο Ηρακλής. Ο Θησέας έπαιζε με άλλα παιδιά στα Προπύλαια, όταν φανερώθηκε ο Ηρακλής με την τρομερή του λεοντή από το δέρμα του λιονταριού της Νεμέας· ενώ όλα τα παιδιά σκορπίστηκαν από το φόβο τους, ο Θησέας, νομίζοντας – όπως και τα άλλα παιδιά – πως η λεοντή ήταν πραγματικό λιοντάρι, άρπαξε ένα τσεκούρι και όρμησε να το σκοτώσει, ξαφνιάζοντας τον Ηρακλή.Όταν έγινε 16 χρονών, ο Θησέας οδηγήθηκε από τη μητέρα του στο χώρο που είχε αφήσει ο πατέρας του το ξίφος και τα σαντάλια του. Με ευκολία ανασήκωσε την πέτρα, ανάλαβε και, αφού του αποκαλύφθηκε η πατρότητά του, αποφάσισε να τραβήξει για την Αθήνα, σε αναζήτηση του Αιγέα. Μάταια ο Πιτθέας και η Αίθρα τον παρακαλούσαν να χρησιμοποιήσει τη θάλασσα: ο Θησέας ήθελε να πάει μέσω της στεριάς, που ήταν γεμάτη από ληστές και τέρατα, για να κατορθώσει τους νικήσει και να καθιερώσει το όνομά του σαν ήρωας, όπως ο Ηρακλής, που τόσο ζήλευε.Έτσι και έγινε. Για τους άθλους και τις περιπέτειές του δείτε παρακάτω. Αποτέλεσμα όλων αυτών των κατορθωμάτων του Θησέα ήταν η φήμη του να προηγηθεί της άφιξής του στην Αθήνα. Την ίδια εποχή ο Αιγέας νυμφεύτηκε τη Μήδεια, μια μάγισσα που αναφέραμε σε προηγούμενό μας άρθρο, κόρη του βασιλιά Αιήτη της Κολχίδας. Η Μήδεια γνώριζε την ταυτότητα του Θησέα, την οποία όμως αγνοούσε ο Αιγέας. Έτσι, η Μήδεια τρομοκρατούσε τον Αιγέα αναφορικά με την άφιξη του Θησέα, λέγοντάς του ότι θα ερχόταν για να καταλάβει το βασίλειό του, αποφεύγοντας να του αποκαλύψει ότι ήταν ο ίδιος του ο γιος. Έτσι, τον έπεισε να σκοτώσει το Θησέα, όταν αυτός θα ερχόταν στην πόλη του.

Ο Αιγέας υποδέχτηκε με τιμές το νέο, του οποίου η ρώμη και το κάλλος είχαν αποχτήσει ήδη μυθικές διαστάσεις και διοργάνωσε προς τιμήν του συμπόσιο, στο οποίο του προσέφερε ένα κύπελλο με δηλητήριο, στη θέση του κρασιού. Την ώρα που ο Θησέας σήκωσε το σπαθί του για να κόψει ένα κομμάτι από το θυσιασμένο ζώο, ο πατέρας του αναγνώρισε το ξίφος και, σχεδόν αμέσως, τα σαντάλια του.

Έτσι, δευτερόλεπτα πριν ο Θησέας αρχίσει να πίνει το δηλητήριο, όρμησε πάνω του, άρπαξε το κύπελλο από τα χέρια του, έχυσε το περιεχόμενό του σε μια γλάστρα και του εξήγησε ότι ήταν ο πατέρας του. Ύστερα, θέλοντας να τιμωρήσει τη Μήδεια, που τον είχε ξεγελάσει, την εξόρισε στην πατρίδα της και κάλεσε το λαό των Αθηνών να υποδεχτεί τον ρωμαλέο νέο. Το γεγονός αυτό θορύβησε τους γιους του Πάλλαντα, που χωρίστηκαν σε δύο ομάδες (μια πήγε στην Αθήνα φανερά και μια κρυφά), με σκοπό να δολοφονήσουν το Θησέα.

Ο Θησέας είχε πληροφορηθεί για τις κινήσεις τους και ξαφνιάζοντας τους υπό κάλυψη εξαδέλφους του τους σκότωσε, ενώ οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή και διέφυγαν. Στη δίκη που επακολούθησε, ο Θησέας αθωώθηκε λόγω του κείμενου δικαίου.
Λέγεται μάλιστα πως για πρώτη φορά κάποιος που σκότωσε συγγενείς και δικάστηκε αθωώθηκε.

(φωτό: Ο Θησέας ανακαλύπτει το ξίφος του πατέρα του – Πίνακας του Antonio Balestra)

Οι άθλοι του Θησέα

Όπως αναφέραμε παραπάνω, ο Θησέας επέλεξε να πάρει το δρόμο της στεριάς για να φτάσει στην Αθήνα, παρά τις προτροπές του Πιτθέα και της Αίθρας, καθώς η στεριά ήταν γεμάτη από τέρατα και ληστές. Και πράγματι, ο Θησέας αντιμετώπισε επιτυχώς τόσες πολλές προκλήσεις, που δίκαια θα λέγαμε ότι κατέχει αντίστοιχη θέση με τον Ηρακλή, που τόσο ζήλευε. Σε αυτό το μέρος του άρθρου, θα δούμε τους άθλους που επιτέλεσε ο Θησέας στη διαδρομή του από την Τροιζήνα προς την Αθήνα.

Ο πρώτος ληστής που αντιμετώπισε ήταν ο Περιφήτης, γιος του Ήφαιστου, που δρούσε στο βουνό Αραχναίο, κοντά στην Επίδαυρο. Έστηνε καρτέρι στους περαστικούς και τους σκότωνε με ένα μεγάλο μεταλλικό ρόπαλο, γι’ αυτό ονομαζόταν και Κορυνήτης, από την «κορύνη», που στα Αρχαία Ελληνικά σήμαινε «ρόπαλο». Ο Θησέας πάλεψε μαζί του, τον νίκησε, τον σκότωσε και κράτησε το ρόπαλο για τον εαυτό του.

Αμέσως μετά οι Κενχρεαί, κοντά στον Ισθμό, ήταν η πατρίδα του Σίνη του Πιτυοκάμπτη (πευκο-τανάλιας). Όπως λέει και το όνομά του, ο γιος του Ποσειδώνα σκότωνε τους περαστικούς με τον εξής σκληρό τρόπο: Κατέβαζε κάτω δύο παράλληλους γειτονικούς πεύκους, στους οποίους έδενε τους περαστικούς. Μόλις τους έδενε σφικτά, άφηνε τα πευκόδεντρα να επιστρέψουν στην αρχική οριζόντιά τους θέση, με αποτέλεσμα να τεντώνουν βίαια και να διαμελίζουν το άτυχο θύμα από τη μέση. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο Θησέας σκότωσε τον άκαρδο ληστή.

Αφού πέρασε από την Κόρινθο, έφτασε στον Κρομμύωνα, στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται ο οικισμός των Αγίων Θεοδώρων, όπου με ακόντια και ξίφη σκότωσε μια αγριογουρούνα, τη Φαιά, κόρη του Τυφώνα και της Έχιδνας, που προκαλούσε φοβερές ζημιές στην περιοχή. Η Φαιά ήταν μητέρα του Καλυδώνιου και του Ερυμάνθιου κάπρου.

Την επόμενή του στάση – και, ίσως, την πιο επικίνδυνη – την έκανε στις «Σκιρωνίδες Πέτρες», εκεί που βρίσκεται σήμερα η Κακιά Σκάλα, κοντά στα Μέγαρα. Εκεί, τον δρόμο αποτελούσε ένα θεόστενο μονοπατάκι, κατασκευασμένο ίσα να χωρεί μόνο ένα ταξιδιώτη. Τέλος πάντων, από την μια πλευρά υπήρχαν οι ορμητικές κλίσεις των βουνών, ενώ από την άλλη υπήρχε μια άγονη και αφιλόξενη παραλία.

Τα βουνά κυριαρχούσε ο Σκίρωνας, γιος του Κορίνθου και εγγονός του Πέλοπα, που υποχρέωνε τους περαστικούς να σκύψουν να του πλύνουν τα πόδια. Μόλις κόντευαν να τελειώσουν, τους έδινε μια κλωτσιά και έπεφταν στην παραλία, την οποία κυρίευε μια τεράστια σαρκοφάγα χελώνα, που καταβρόχθιζε με μανία τους περαστικούς που της έριχνε ο Σκίρωνας. Ο Θησέας πλήρωσε το Σκίρωνα με το ίδιο νόμισμα, ενώ αργότερα κατέβηκε στην παραλία και σκότωσε τη χελώνα. Το καβούκι της το έκανε ασπίδα.

Στην Ελευσίνα, ο Θησέας κατόρθωσε να νικήσει τον Κερκύονα, γιο του Ποσειδώνα και άριστο πυγμάχο, ο οποίος προκαλούσε τους διαβάτες σε μάχη μέχρι θανάτου (mortal combat που λέμε). Ο Θησέας τον σήκωσε ψηλά και τον προσεδάφισε με τόση δύναμη, που σκοτώθηκε από τη σύγκρουση.

Τέλος, η τελευταία πρόκληση για το Θησέα στο δρόμο του ήταν η συνάντησή του με το ληστή Προκρούστη, επίσης γιο του Ποσειδώνα. Ο Προκρούστης είχε τη βάση του στην Ιερά Οδό, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Δαφνί στον Κάτω Κηφισό, ενώ, όπως και άλλοι ληστές, είχε και διάφορα ψευδώνυμα, όπως Δαμάστης ή Πολυπήμονας. Προσφερόταν να παράσχει φιλοξενία στους περαστικούς, αλλά τους υποχρέωνε να ξαπλώσουν σε ειδικό κρεβάτι που είχε: τους ψηλούς τους έβαζε σε ένα μικρό κρεβάτι, ενώ τους κοντούς σε ένα μεγάλο. Από τους μεν ψηλούς έκοβε το εξέχον άκρο, τους δε κοντούς τους υπέβαλλε στην πιο κάτω δοκιμασία: τους έδενε με λουριά και τους τέντωνε μέχρι να φτάσουν το απαιτούμενο μήκος. Και στις δύο περιπτώσεις, αφού ολοκλήρωνε τα βασανιστήριά του, τους σκότωνε και καρπούταν τα τιμαλφή τους.Ο Θησέας δεν υπέστη τη δοκιμασία και σκότωσε τον Προκρούστη με τον ίδιο τρόπο που σκότωνε τα θύματά του. (φώτο:Ο Θησέας σκοτώνει τον Προκρούστη-Αττικό αγγειο 380 π.Χ.)

Μετά από όλες αυτές τις δοκιμασίες έφτασε στην Αθήνα, για να συναντήσει τον πατέρα του μέσα από διάφορες δυσκολίες. Η φήμη του και το κάλλος του έγιναν τόσο μεγάλες, που απέκτησαν μυθικές διαστάσεις…

=======================================

ΜΑΝΟΛΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ

(ΑΝΑΡΤΗΣΗ 20/04-2011)

«Ο Τριανταφυλλίδης γεννήθηκε το 1883. Η μητέρα του, το γένος Ροδοκανάκη, καταγόταν από τη Χίο. Ο πατέρας ήταν Μακεδόνας από την Κοζάνη. Μαθητή ακόμη τον συγκινούσαν θέματα γλωσσικά και ζητήματα αγωγής. Το 1900 εγγράφεται, ύστερα από πίεση του πατέρα του, στη Φυσικομαθηματική Σχολή. Με τη βοήθεια της μητέρας κατορθώνει να αφήσει τα μαθηματικά και να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή. Υπήρξε μαθητής του γλωσσολόγου Γεώργιου Χατζιδάκι. Κοντά του γνώρισε επιστημονικότερα τη γλώσσα του ελληνικού λαού. Αργότερα, απαλλασσόμενος από τον καθαρευουσιανισμό της Σχολής, του οικογενειακού και του γενικότερου περιβάλλοντος, μπόρεσε να προσεγγίσει τη δημοτικιστική ιδεολογία, της οποίας και αργότερα έγινε σημαντικότατος κήρυκας. Είχε ιδιαίτερα επηρεαστεί από τα διδάγματα της γλωσσολογικής επιστήμης, αλλά και από τα διαβάσματά του γενικότερα. Αισθητή σ’ αυτόν επίδραση άσκησε, καθώς φαίνεται, και μια σημαντική ομιλία της εποχής εκείνης για το γλωσσικό ζήτημα· εννοώ διάλεξη του Ελισαίου Γιανίδη, σημαντικού μελετητή και στρατευόμενου δημοτικιστή στις αρχές του εικοστού αιώνα.

[…]

Ο Τριανταφυλλίδης φεύγει στη Γερμανία, το 1905, έχοντας δημοσιεύσει τον πρώτο τόμο του βιβλίου του Ξενηλασία ή ισοτέλεια; Αντίκριζε το θέμα των ξένων λέξεων στο χώρο της νέας ελληνικής. Μολονότι είναι ήδη φωτισμένος δημοτικιστής, το βιβλίο γράφεται στην καθαρεύουσα – γεγονός χαρακτηριστικό για την εποχή.

[…]

Στο Μόναχο ο Τριανταφυλλίδης παραμένει ως σπουδαστής ένα εξάμηνο. Τον επόμενο χρόνο φεύγει στη Χαϊδελβέργη. Εκεί παρακολουθεί μαθήματα κατά το θερινό εξάμηνο. Γυρίζοντας στο Μόναχο εξακολουθεί τις σπουδές του για τέσσερα εξάμηνα, έως τον Ιούλιο του 1908. Παρακολουθεί μαθήματα γλωσσολογίας, βυζαντινολογίας (με τον Krumbacher), αρχαίας φιλολογίας, φιλοσοφίας και παιδαγωγικής. Γίνεται διδάκτορας (1908) και η διατριβή του, ολοκληρωμένη αργότερα (1909), δημοσιεύεται με τον τίτλο: Die Lehnwörter der mittelgriechischen Vulgärliteratur. Ακολουθεί ένα ταξίδι στην Ελβετία. Εκεί επισκέπτεται σχολεία και αυξάνει την πείρα του στο χώρο της εκπαίδευσης. Παρακολουθεί τότε και μαθήματα του Albert Thumb στο Marburg.

Ο Τριανταφυλλίδης ταξιδεύει το 1907 στο Παρίσι με την πρόσθετη, βασική γι’ αυτόν, επιθυμία να επισκεφτεί τον Ψυχάρη. Αυτή πραγματοποιείται στις 10 Οκτωβρίου 1907. Αξίζει να προσέξομε τις σχέσεις του Τριανταφυλλίδη με τον Ψυχάρη και ως άμεση προσωπική επαφή, αλλά και στον καθαρώς γλωσσοθεωρητικό χώρο. Έτσι θα μπορέσομε να κατανοήσομε και την τελική προσαρμογή του δημοτικισμού στη νεοελληνική πραγματικότητα. Η προσαρμογή αυτή πραγματοποιήθηκε βέβαια όχι μόνο από τον Τριανταφυλλίδη, αλλά και από τον Αλέκο Δελμούζο και το Δημήτρη Γληνό με την προσωπικότερη συμβολή του καθενός στον κοινό αγώνα.

[…]

Ο Τριανταφυλλίδης, γυρίζοντας οριστικώς στην Ελλάδα το 1912, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του και ύστερα από ενδιάμεσα (1912) ταξίδια στην Αγγλία και το Παρίσι, αναλαμβάνει πρωταρχικό έργο ανάμεσα στους κορυφαίους του “Εκπαιδευτικού Ομίλου”. Τον επόμενο χρόνο (1913) τοποθετείται συνεργάτης τού πριν από ορισμένα χρόνια ιδρυμένου Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης. Εκεί παραμένει έως τις 5 Ιουνίου 1917. Δύο μήνες αργότερα ορίζεται ένας από τους τρεις πρωταθλητές της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, που έχει ήδη ξεκινήσει, και αναλαμβάνει μαζί με τον Αλέκο Δελμούζο τη θέση του ανώτερου επόπτη της δημοτικής εκπαίδευσης. Αντιμετωπίζει και αυτός, όπως γενικότερα και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, αντιπάλους από δύο πλευρές: τους ριζοσπαστικότερους απ’ αυτόν δημοτικιστές από το ένα μέρος και τους καθαρευουσιάνους από το άλλο. Αυτοί μάλιστα τον χαρακτηρίζουν ψυχαρικό.

Ως επόπτης της δημοτικής εκπαίδευσης ταξιδεύει σε ευρωπαϊκές χώρες το 1920 με ειδική αποστολή. Τη θέση του επόπτη αναγκαστικά την εγκαταλείπει μετά την αποτυχία του Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920. Καταρρέει τότε η ολιγόχρονη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917. Ο Τριανταφυλλίδης, καθώς και άλλοι κορυφαίοι της μεταρρύθμισης, απομακρύνονται από την εκπαίδευση και για δυο τρία χρόνια δεσπόζει ο άκρατος και άκριτος καθαρευουσιανισμός στο χώρο της βασικής εκπαίδευσης του ελληνικού λαού.

Μετά την ανατροπή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, επακόλουθο της αποτυχίας του Ελευθέριου Βενιζέλου στις εκλογές της 1 Νοεμβρίου 1920, ο Τριανταφυλλίδης, απογοητευμένος φυσικά, αναχωρεί στη Γερμανία, όπου παραμένει τη διετία 1921–1923. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα διορίζεται στο Λαογραφικό Αρχείο στις 25.7.1923. Μόνο με το κίνημα του Πλαστήρα (1922), και τη μεταπολίτευση θα μπορέσει, προσωρινά και πάλι, να δράσει ο εκπαιδευτικός δημοτικισμός. Τότε (1923) και ο Τριανταφυλλίδης επανακτά τη θέση του ανώτερου επόπτη της δημοτικής εκπαίδευσης. […]

Το 1926 γίνεται ο Τριανταφυλλίδης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και αναλαμβάνει διδασκαλία στο τέλος του έτους (4.11.1926) και αρχίζει να διδάσκει στις 16.11.1926. Θα παραμείνει στην έδρα έως την 18η Ιανουαρίου του 1935, οπότε παραιτείται για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ολοκλήρωση της Γραμματικής του. Συνολικά μπόρεσε να διδάξει σε πανεπιστήμιο μόνο οκτώ χρόνια (τέλος 1926–αρχές του 1935).

[…]

Οι δημοτικιστές της εποχής του Τριανταφυλλίδη σωστά έβλεπαν ότι έπρεπε βάσει της γραπτής γλώσσας να υπάρξει μια γραμματική της δημοτικής, συμπληρωμένη με μερικούς λόγιους τύπους. Τη Γραμματική αυτή θέλησε να τη συγκροτήσει ο Τριανταφυλλίδης και την είχε ήδη κατά βάση προετοιμάσει όταν ο Μεταξάς συγκρότησε επιτροπή με την προεδρία του για την οριστική διατύπωση της γραμματικής της δημοτικής.

Ο Τριανταφυλλίδης, συντάσσοντας τη Γραμματική του, στηρίζεται στη λαϊκή γλώσσα, όμως δέχεται, ως ένα βαθμό όσον αφορά το λεξιλόγιο, το καθεστώς που δημιούργησε η καθαρεύουσα. Η Γραμματική του Τριανταφυλλίδη “επισημοποιούσε”, θα λέγαμε, το συμβιβασμό που είχε προτείνει και εφαρμόσει η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917–1920. Πάντως ο Τριανταφυλλίδης δεχόταν ότι την τελευταία λέξη στο θέμα θα την πει η περαιτέρω καλλιέργεια της δημοτικής. Και είχε δίκιο.

Ο Τριανταφυλλίδης και μετά την παράδοση στη δημοσιότητα της Γραμματικής του εξακολούθησε να προσφέρει και στον τομέα της γλωσσικής έρευνας και στον τομέα της γλωσσικής διαφώτισης κοινού και επιστημόνων. Αναδείχτηκε φωτεινός εκλαϊκευτής και διδάσκαλος αγαπητός, μαχητής θαρραλέος και αξιοπρεπής, οργανωτής με ξεχωριστές ικανότητες. Δίκαια τιμάται από τις νεότερες γενιές επιστημόνων και λογίων – όταν βέβαια είναι σε θέση να αξιολογήσουν την όλη του προσπάθεια.

[…]

Το 1945 ταξιδεύει στην Αίγυπτο, όπου παραμένει ένα τρίμηνο μελετώντας τα εκπαιδευτικά πράγματα του εκεί απόδημου ελληνισμού.

Το 1948/1949, μια δύσκολη ακόμη εποχή για τον τόπο μας, νομίζω, όχι δικαιολογημένα υπέβαλε υποψηφιότητα για έδρα γλωσσολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του αθηναϊκού Πανεπιστημίου. Επέτυχε όμως ο Τριανταφυλλίδης τούτο: έδωσε την ευκαιρία στους κριτές του να εκφραστούν κατά τον τρόπο που εκφράστηκαν. Τον είπαν “εγκληματία” και “θορυβοποιό”. Κατά τα λόγια ενός κριτή: “παρέσυρε εις τον κρημνόν την εκπαίδευσιν της πατρίδος του”!

Την ίδια χρονιά (1949) ο Τριανταφυλλίδης αντιρεαλιστικά σκεπτόμενος, ίσως όμως και μόνο για να αναγκάσει την Ακαδημία να αποφανθεί, υποβάλλει υποψηφιότητα για την έδρα της γλωσσολογίας, όμως η Ακαδημία αποφασίζει να μη συμπληρωθεί η κενή έδρα της γλωσσολογίας.

Επί πολλά χρόνια εξακολουθούν να ακούγονται ποικίλες “φωνές” συντηρητικών με τα γνωστά παλιά επιχειρήματα, αλλά και δημοτικιστών που διαμαρτύρονται για το γλωσσικό καθεστώς. Η γλωσσική διαμάχη τελικώς καταλήγει, μετά την πτώση των συνταγματαρχών, στην αναγνώριση της δημοτικής από την πολιτεία (1976). Η ίδια η δικτατορία μάλιστα βοήθησε σ’ αυτό με τα ανόητα και ακατανόητα μέτρα της στο χώρο της γλώσσας και της παιδείας.

Ο Τριανταφυλλίδης σκέφτηκε και το μέλλον της γλωσσικής παιδείας του τόπου. Ίδρυσε το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης – που δίκαια του δόθηκε η πρόσθετη προσωνυμία Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.»

 Εμμ. Κριαράς, «Μανόλης Τριανταφυλλίδης», Ερευνητικά, Θεσσαλονίκη,

==================================================

Θαλής ο Μιλήσιος – Ένας μεγάλος φυσικός.

(ΑΝΑΡΤΗΣΗ 15/04-2011)

Κατά τον Αριστοτέλη, ο Θαλής ο Μιλήσιος ήταν ο ιδρυτής της φιλοσοφίας των «φυσικών». Ο Θαλής συγκαταλεγόταν μεταξύ των περίφημων Επτά Σοφών της Ελλάδας κι ο Ευσέβιος τον παρουσιάζει ως «τον πατέρα της φιλοσοφίας και ιδρυτή της Ιωνικής Σχολής».

Οι κυριότερες πηγές πληροφόρησης που διαθέτουμε σχετικά με τον Θαλή είναι ο Ηρόδοτος και ο Διογένης Λαέρτιος. Γεννήθηκε πιθανότατα το 624 π.Χ. και πέθανε το 548 π.Χ. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, που έζησε ενάμιση αιώνα αργότερα, ο Θαλής είχε φοινικικό αίμα, ήταν δηλαδή Σημίτης, κατ’ άλλους όμως συγγραφείς ήταν Μιλήσιος και μάλιστα αριστοκρατικής καταγωγής. ‘Οπως και να έχει όμως το πράγμα, το όνομα του πατέρα του Εξάμυος, είναι καρικό, ενώ της μητέρας του, της Κλεοβουλίνης, ελληνικό. Ήταν σύγχρονος των Λυδών βασιλέων Αλυάττη και Κροίσου, του βασιλιά των Περσών Κύρου και του Σόλωνα του Αθηναίου. Από τα χρόνια του ακόμη, έφερε τον τίτλο του μεγάλου σοφού, του επιστήμονα δηλαδή και του σοφού μαζί. Υπάρχουν δύο πασίγνωστα ανέκδοτα που τον παρουσιάζουν άλλοτε ονειροπόλο κι άλλοτε σαν άνθρωπο προικισμένο με οξύτατο πρακτικό πνεύμα. Το πρώτο βρίσκεται στον Θεαίτητο του Πλάτωνα (174α): Κάποτε ο Θαλής παρατηρούσε τον ουρανό και, απορροφημένος καθώς ήταν από τη ρέμβη των άστρων, δεν πρόσεξε ένα πηγάδι που βρισκόταν μπροστά του, μ’ αποτέλεσμα να πέσει μέσα, έτσι αναγκάστηκε να υπομείνει τους χλευασμούς μιας Θρακός δούλης, που θεωρούσε γελοίο τον ζήλο του Θαλή να γνωρίσει τι υπήρχε πάνω από το κεφάλι του, τη στιγμή που δεν ήταν ικανός να δει τι γινόταν μπροστά στα πόδια του.

Ο Αριστοτέλης όμως μας παρουσιάζει έναν Θαλή συνετό: «Ενώ τον κορόιδευαν για τη φτώχεια του και του επισήμαιναν πως σε τίποτα δεν τον ωφελεί η σοφία του, αυτός λέγεται ότι επιδόθηκε στην εξής επιχείρηση: προβλέποντας, χάρη στις αστρονομικές του γνώσεις, πως η σοδειά της ελιάς θα ‘ταν καλή κι ενώ ήταν ακόμα χειμώνας, προμηθεύτηκε κάποια χρήματα κι έκλεισε, δίνοντας αρραβώνα (εγγύηση σ.τ.μ.), όλα τα ελαιοτριβεία της Μιλήτου και της Χίου αντί ελάχιστου ενοικίου αφού δεν υπήρχε κανείς άλλος που να δίνει περισσότερα. Όταν πια έφτασε η εποχή της συγκομιδής όλοι έτρεχαν βιαστικά να βρουν ελαιοτριβεία. Τότε ο Θαλής τους τα υπενοικίαζε όσο ήθελε, κερδίζοντας έτσι πολλά χρήματα αλλά και αποδεικνύοντας ότι είναι εύκολο για τους σοφούς να πλουτίσουν αν το θέλουν, οι φιλοσοφικές τους όμως ενασχολήσεις δεν αποσκοπούν στην απόκτηση υλικού πλούτου» (Πολιτικά, Ι, 11, 1259 α 10).

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Ι, 170), έπεισε τις ιωνικές πόλεις να συνασπισθούν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την περσική απειλή, και να κάνουν πρωτεύουσα τους την Τέω. ο Διογένης Λαέρτιος (1,25) μάλιστα, ισχυρίζεται πως ο Θαλής απέτρεψε τους Μιλήσιους από το να συμμαχήσουν με τον Κροίσο, το βασιλιά της Λυδίας, όπως αυτός τους το είχε προτείνει, σώζοντας έτσι την πόλη, αφού ο Κύρος, ο βασιλιάς των Περσών, νίκησε τελικά τον Κροίσο.

1. Αστρονομία. Από τον Ηρόδοτο γνωρίζουμε πως ο Θαλής είχε προβλέψει την έκλειψη ηλίου που έθεσε τέρμα στον πόλεμο Λυδών και Μήδων. Η έκλειψη αυτή εντοπίζεται, συνήθως, στις 28 Μαΐου 585 π.Χ. Παρατήρη σε ακόμα πως η Μεγάλη Άρκτος, την οποία ακολουθούσαν συνήθως οι Φοίνικες, αποτελούσε για τους ναυτικούς καλύτερο μέσο προσανατολισμού ώστε να βρίσκουν τον πόλο, παρά η Μικρή Άρκτος, με την οποία εντόπιζαν το στίγμα τους οι Έλληνες θαλασσοπόροι. Του αποδίδεται μάλιστα και μια Ναυτική Αστρολογία, αν και πιθανότερο είναι να μην έγραψε τίποτα Μια άλλη παράδοση πάλι τον φέρει να έχει διαιρέσει πρώτος αυτός το έτος σε 365 ημέρες, κατανέμοντας τες σε 30 ανά μήνα.

2. Μαθηματικά.Οι μαθηματικές του γνώσεις θα πρέπει να προέρχονταν από τους ιερείς της Αιγύπτου και μάλιστα ο ίδιος θα πρέπει να ήταν ο εισηγητής της γεωμετρίας στην Ελλάδα. Ο Πρόκλος του αποδίδει τις εξής ανακαλύψεις:

Α) Ο κύκλος τέμνεται από τη διάμετρο του σε δύο ίσα μέρη.

Β) Οι γωνίες της βάσης ενός ισοσκελούς τριγώνου είναι ίσες.

Γ) Οι κατά κορυφήν γωνίες δύο ευθειών που τέμνονται είναι ίσες μεταξύ τους.

Δ) Η εγγεγραμμένη στο ημικύκλιο γωνία είναι πάντα ορθή (λέγεται μάλιστα ότι η ανακάλυψη αυτή ενθουσίασε τόσο πολύ τον Θαλή, που θυσίασε ένα βόδι).

Ε) Ένα τρίγωνο είναι δυνατόν να ορισθεί αν είναι γνωστή η βάση του και οι γωνίες της (το θεώρημα αυτό επιτρέπει τον υπολογισμό της απόστασης των πλοίων μέσα στη θάλασσα). Στις προτάσεις αυτές παραδοσιακά προστίθεται και το λεγόμενο «θεώρημα του Θαλή»: κάθε παράλληλος της πλευράς ενός τριγώνου ορίζει δύο όμοια τρίγωνα. Λέγεται ακόμα πως ο Θαλής κατάφερε να μετρήσει το ύψος των πυραμίδων από το μήκος της σκιάς τους, βάσει της σχέσης ενός, κάθετου στο έδαφος, ραβδιού με τη σκιά του. Λένε τέλος πως εξέτρεψε τον ρου του ποταμού Άλυ, καθιστώντας έτσι δυνατή τη διάβαση του από τα στρατεύματα του Κροίσου.

3. Η κοσμοθεωρία του Θαλή. Η γη επιπλέει στο νερό (Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Α, 3,983 β 21 , Περί Ουρανού, Β, 13, 294 α 28) και το νερό είναι η αρχή των πάντων, (Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Α, 983 β 6 επ.). Αξίζει να σταθεί κανείς στις κεφαλαιώδεις αυτές αποφάνσεις. Συχνά οι Ίωνες αποκαλούνταν υλοζωϊστές (από το ύλη) αν και σήμερα ο όρος αυτός θα πρέπει να γίνεται αποδεκτός μόνον όσο δεν μετατρέπεται σε συνώνυμο του σύγχρονου υλιστές, Θα ήταν άλλωστε πραγματικός αναχρονισμός να υποθέσει κανείς πως οι Έλληνες της εποχής εκείνης θα μπορούσαν να αποφαίνονται ότι τα πάντα πηγάζουν από την ύλη. Ο Α. Ριβώ μάλιστα κατέδειξε (Το πρόβλημα του γίγνεσθαι και η έννοια της ύλης στην ελληνική φιλοσοφία, 1906) πως «το πρόβλημα της ύλης δεν υφίσταται στην αρχαία φιλοσοφία» (σ. 2). Πράγματι, ο Θαλής δεν ήταν ο πρώτος που τόνισε τον ουσιώδη ρόλο του νερού ως αρχής. Οι Βαβυλώνιοι, οι Αιγύπτιοι, ακόμα κι αυτός ο Όμηρος στις μυθολογίες τους επεφύλασσαν, πριν από αυτόν, μια ιδιαίτερη θέση στο νερό. Άλλωστε η θεμελιώδης σημασία της βροχής για την ανάπτυξη των φυτών, καθώς και του νερού στην ανθρώπινη διατροφή, το θέαμα των ποταμών που παρασέρνουν την ιλύ και δημιουργούν προσχώσεις, η μελέτη της κυκλοφορίας των θρεπτικών χυμών μέσα στους φυτικούς ιστούς και της γονιμοποίησης στα ζώα δεν άφησαναδιά φορους τους Έλληνες. Αποφαινόμενος ο Θαλής ότι το ύδωρ είναι αρχή των πάντων, ίσως απολαμβάνει δίκαια τις τιμές που του επιφυλάσσει ο Μπέρνετ (σ. 48), λέγοντας πως ο Μιλήσιος φιλόσοφος δεν αναρωτάται πλέον περί του τι υπήρχε πριν απ’ αυτό που τώρα υπάρχει, αλλά αντίθετα αναζητά από τι είναι φτιαγμένος ο κόσμος. Εκείνο όμως που συνιστά την ιδιαιτερότητα του στοχασμού του είναι τελικά η θεώρηση που είχε για την ενότητα του κόσμου, στην οποία εμμένοντας ο Νίτσε αντικρίζει μια γιγαντιαία γενίκευση»: «Ο Θαλής αντιλήφθηκε την ενότητα του Είναι κι όταν θέλησε να την εκφράσει μίλησε για το νερό». Αν όμως το νερό είναι η αρχή των πάντων, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως «πάντα πλήρη θεῶν εἶναι» (Αριστοτέλης, Περί Ψυχής, 411 α 7) και πως ο κόσμος έχει ψυχή: το κεχριμπάρι κι ο μαγνήτης μας δείχνουν πως και στο παραμικρό πράγμα υπάρχει ένα πνεύμα που το ζωντανεύει.

Ας αναφερθεί, τέλος, πως του αποδίδεται η πατρότητα της περίφημης ρήσης «γνώθι σαυτόν» και ότι κατά τον Διογένη Λαέρτιο (Α, 35) φέρονται ως δικά του τα παρακάτω αποφθέγματα: «Αρχαιότερο από όλα τα όντα είναι ο θεός, γιατί είναι αγέννητος. Το ωραιότερο πράγμα είναι ο κόσμος, γιατί είναι δημιούργημα του θεού. Το μεγαλύτερο πράγμα είναι ο χώρος, γιατί μπορεί να περιλάβει τα πάντα. Το πιο ισχυρό είναι η ανάγκη, γιατί κυριαρχεί πάνω σε όλα. Το πιο σοφό είναι ο χρόνος, γιατί αποκαλύπτει τα πάντα».

===============================================

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΧΛΑΔΙΩΤΗ ( Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΡΩ)

Δέσποινα Αχλαδιώτη - Η κυρά της ΡωΗ Ρω ή Ρώγη ή Ροπή, όπως την αναφέρουν διάφοροι χάρτες ή παλιά βιβλία, βρίσκεται 4 μίλια δυτικά από το Καστελλόριζο και σε απόσταση 12 μιλίων από τις τoυρκικές ακτές.
Είναι το πρώτο νησάκι που βλέπει ο επισκέπτης από το πλοίο λίγο πριν φτάσει στο νησί προερχόμενος από τη Ρόδο, με την ελληνική σημαία να ανεμίζει και το Κάστρο να δεσπόζει στη μέση και ψηλά, σαν μάρτυρας μιας μακράς Ιστορίας πολυκύμαντης αλλά όχι ξεχασμένης.
Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν το Καστελλόριζο, την ονόμασαν «Καρά αντά», από το μελανωπό χρώμα των βουνών της.
Η ονομασία «Άι Γιώργης» δόθηκε από το μικρό εκκλησάκι με τη λιτή αιγαιοπελαγίτικη, μοναστηριακού ρυθμού, αρχιτεκτονική που μέχρι σήμερα σώζεται ιερό και αμόλυντο στο μικρό και πεταλοειδές λιμανάκι της Ρω.
Κοντά του υπάρχει μια μικρή αγροτική έκταση, που καλλιεργεί ο εκάστοτε διαμένων κτηνοτρόφος.
Η Pω ανήκει «κατά κυριότητα» στο Δήμο Μεγίστης, ο οποίος κάθε τέσσερα χρόνια την εκμισθώνει σε κτηνοτρόφο κάτοικο Καστελλορίζου με τη διαδικασία πλειοδοτικού διαγωνισμού.
Σ΄ αυτό το άγονο νησί, έζησε μια Ελληνίδα νησιώτισσα. Η Δέσποινα Αχλαδιώτη.
Έγινε γνωστή στο πανελλήνιο ως «κυρά της Ρω» γιατί επί 40 χρόνια (από το 1943 ως το θάνατό της) ύψωνε την ελληνική σημαία στην ακριτική νησίδα της Ρω κάθε πρωί και τη κατέβαζε με τη δύση του ήλιου, για να πει σ’ όλους, πως τούτος ο τόπος που πατούσε, απέναντι από τα τουρκικά παράλια, ήταν Ελλάδα.
Στη Ρω είχε εγκατασταθεί με τον άντρα της, Κώστα και την τυφλή μητέρα της από το 1924. Μετά το θάνατο και του άντρα της και της μητέρας της, η κυρα-Δέσποινα ή η «Κόρη της Ρω» όπως την έλεγαν στο νησί, κατόρθωσε μόνη της να κατοικήσει και να κρατήσει ελληνικό το νησάκι της, καλλιεργώντας και βόσκοντας εκεί τα λιγοστά ζώα της.
Το σπουδαιότερο είναι πως συνεργάσθηκε με τον Ιερό Λόχο και με άλλους αντιστασιακούς.
Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πήγε στο Καστελόριζο και εκεί έδρασε με τις αποστολές στρατευμάτων για τη Μέση Ανατολή, κρύβοντας και φυγαδεύοντας αξιωματικούς και στρατιώτες. Τότε, όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του Καστελόριζου, είχαν φύγει για τα γύρω νησιά, την Κύπρο, την Αίγυπτο.
Όταν με διαταγή των Άγγλων εγκαταλείφθηκε ομαδικά το Καστελλόριζο, εκείνη παρέμεινε μόνη στη Ρω. Και με θάρρος και ψυχραιμία αντιμετώπισε όλους τους κινδύνους. Εξαιτίας αυτής της ηρωίδας, το μικρό αυτό νησί παρέμεινε ελληνικό, στο οποίο ύψωνε τη σημαία ή χαιρετούσε με αυτήν τα διερχόμενα πλοία. Κι εκείνα ανταπέδιδαν το χαιρετισμό με τα σφυρίγματα τους. Για τον ηρωισμό της έγραψε αρχικά ο Μιχάλης Χονδρός στα «Καστελλοριζιακά Νέα» το 1960.
Μετά τα γνωστά γεγονότα του 1974, όπου Τούρκοι τοποθετούσαν κρυφά τη σημαία τους, η γυναίκα και το νησάκι της έγιναν γνωστά παντού. Την τίμησε η Ακαδημία Αθηνών, το Πολεμικό Ναυτικό, η Βουλή των Ελλήνων, η Εθνική Τράπεζα, Δήμοι, Σύλλογοι και άλλοι φορείς.
Η ίδια η Δέσποινα Αχλαδιώτη, είχε ζητήσει να ταφεί μ΄αυτή τη σημαία:

Δέσποινα ΑχλαδιώτηΤα ξερονήσια του Καστελόριζου και της Ρω τ’ αγαπώ.
Έμεινα μόνη μου το 1943 στο Καστελόριζο με την τυφλή μου μάνα, όταν έφευγαν όλοι οι κάτοικοι του νησιού στη Μέση Ανατολή και στην Κύπρο.
Με την Ελληνική σημαία υψωμένη και την αγάπη για την Ελλάδα βαθιά ριζωμένη μέσα μου πέρασα όλες τις κακουχίες…
Βέβαια η ζωή στη Ρω δεν είναι και τόσο ευχάριστη, αλλά νιώθεις πιο πολύ την Ελλάδα, χαμένος όπως είσαι στο πέλαγος, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τις τουρκικές ακτές.

Την ελληνική σημαία θέλω να μου τη βάλουν μαζί μου στον τάφο.

Η «κυρά της Ρω» απεβίωσε σε ηλικία 94 ετών, σε νοσοκομείο της Ρόδου, στις 13 Μαΐου του 1982.
Στις 14 Μαΐου 1982, η Δέσποινα Αχλαδιώτη κηδεύτηκε με τιμές εθνικής ηρωίδας στο Καστελλόριζο και ετάφη κάτω από τον ιστό όπου ύψωνε τη σημαία.
Το φέρετρό της ήταν σκεπασμένο με την ελληνική σημαία.
Η μνήμη της, λειτουργεί σα γέφυρα που ενώνει την αρχαία Ελλάδα των αποίκων του 9ου-8ου αιώνα π.Χ., το Βυζάντιο, την παράδοση και τον πολιτισμό χαμένων πατρίδων…
Σήμερα στο νησί υπάρχει ο τάφος της, τα δύο μικρά σπιτάκια όπου διέμενε και το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, όλα δίπλα στο λιμανάκι.

Η προτομή της Δέσποινα Αχλαδιώτου στο Καστελλόριζο

Τον 1993, το έργο της προσπάθησε να συνεχίσει ο φυσικοθεραπευτής Κλήμης Ναυρίδης, που έμεινε γνωστός ως ο «κύρης της Ρω».
Αντεξε στο νησάκι τρία χρόνια. Οι προστριβές με άλλους δύο, που ήρθαν στο νησί, αλλά και τα επεισόδια με λαθρομετανάστες, τον ανάγκασαν να πάρει την απόφαση να φύγει.Τον «πρόδωσε» η καρδιά του το 1998 και πέθανε σε ηλικία 50 ετών.
=========================================

Σύντομος Βιογραφία του Ζωγράφου και Ποιητή (1907-1985)
1907
21 Οκτωβρίου
Γέννηση του Νίκου Εγγονόπουλου στην Αθήνα, δεύτερος γιος του Παναγιώτη και της Ερριέττης.
1914
Καλοκαίρι
Ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη. Η οικογένεια εγκαθίσταται αναγκαστικά εκεί μετά την κήρυξη του πολέμου.

1923-1927
Ο Νίκος Εγγονόπουλος γράφεται εσωτερικός σε Λύκειο στο Παρίσι. Τις αργίες μένει στο σπίτι του θείου του ιατρού Λιάμπεη.

1927 (Νοέμβριος) – 1928 (Ιούλιος)
Υπηρετεί τη θητεία του ως στρατιώτης ακροβολιστής στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού.

1928-1930
Εργάζεται ως μεταφραστής σε Τράπεζα και ως γραφέας στο Πανεπιστήμιο. Παράλληλα πηγαίνει στο νυχτερινό Γυμνάσιο του Ψυρρή για να αποκτήσει και ελληνικό Απολυτήριο.

1930 (Οκτώβριος) – 1933 (Μάρτιος)
Εργάζεται ως ημερομίσθιος σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεων του Υπουργείου Δημοσίων Έργων.

1932
Γράφεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και γίνεται μαθητής του Κωνσταντίνου Παρθένη. Παράλληλα φοιτά στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου όπου ένα χρόνο πριν είχε ξεκινήσει ο Γιάννης Τσαρούχης. Οι δύο μαθητές θα βοηθήσουν τον Κόντογλου στις τοιχογραφίες του σπιτιού του.

1934
«Εγγονόπουλος Φαναριώτης», πορτρέτο «δια χειρός Φωτίου Κόντογλου». (Αυγό σε ξύλο 25,5 x 20 εκ. Συλλογή Ρ. Κοψίδη).

Μαϊος
Διορίζεται στην Τοπογραφική Υπηρεσία του Υπουργείου Δημοσίων Έργων ως ημερομίσθιος υπάλληλος. Μετά έξι χρόνια ακριβώς, τον Μαϊο του 1940, μονιμοποιείται (Σχεδιαστής Α΄ Τάξεως).

1937
Πεθαίνει ο πατέρας του στην Κωνσταντινούπολη.

1938
Ιανουάριος
[Οι «ακαδημαϊκοί και η Τέχνη»] απάντηση σε έρευνα του περ. Νεοελληνική Λογοτεχνία (τεύχος 3). Ο Νίκος Εγγονόπουλος παρουσιάζει για πρώτη φορά έργα του, τέμπερες σε χαρτί που εικονίζουν παλιά σπίτια πόλεων της Δ. Μακεδονίας, στην Έκθεση «Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως», οργανωμένη από το σύλλογο «Ελληνική Λαϊκή Τέχνη» στην Αίθουσα Στρατηγοπούλου. Συνεργάζεται ακόμη στις μακέτες των αρχοντικών που κατασκευάζει Δ. Πικιώνης με χορηγία του Υφυπουργού Τουρισμού.

Φεβρουάριος
Μεταφράζει ποιήματα του Tristan Tzara που δημοσιεύονται στο τεύχος Υπερ(ρ)εαλισμός Α’.
[Τα ίδια ποιήματα αναδημοσιεύονται στο βιβλίο Tristan Tzara, Υπερρεαλισμός και μεταπόλεμος, «Ύψιλον/βιβλία», 1979].
Τελειώνει τις εργαστηριακές σπουδές στη Σχολή του. (Το δίπλωμα θα το πάρει αρκετά χρόνια μετά, τον Ιανουάριο του 1956].
Δημοσιεύει τρία ποιήματα – Εκεί, Ο μυστικός ποιητής, Νυκτερινή Μαρία – στο περ. Ο Κύκλος (τεύχος 4) του Απόστολου Μελαχρινού.

Ιούνιος
Τυπώνεται η πρώτη ποιητική του συλλογή: Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν / 1938 / «Κύκλος» / Αθήναι. 8ο, σελ.64. «Τυπώθηκε στας Αθήνας τον Ιούνιο του 1938 στα τυπογραφεία του «Κύκλου».
Σχεδιάζει τα σκηνικά και τα κουστούμια για το έργο του Πλαύτου Μέναιχμοι (Θέατρο Κοτοπούλη, Σκηνοθεσία Γ. Σαραντίδης).


Δεκέμβριος
Τυπώνεται το βιβλίο: Απόστολου Μελαχρινού / Απολλώνιος / με εικόνες του ζωγράφου Νίκου Εγγονόπουλου / έκδοση «Κύκλου» / Αθήνα 1938.

1939
Σεπτέμβριος
Τυπώνεται η συλλογή ποιημάτων του: Τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής / Αθήναι / «Ιππαλεκτρυών» / 1939. 8ο, σελ.98.

Νοέμβριος
Πρώτη ατομική έκθεση ζωγραφικής στο σπίτι του Νίκου Καλαμάρη (Κριεζώτου και Ελευθ. Βενιζέλου).
Κυκλοφορεί το Λεύκωμα Ελληνικής Μόδας με εξώφυλλο και σχέδια του Νίκου Εγγονόπουλου.
Κατασκευάζει μετάλλιο για λογαριασμό του Υπουργείου Τύπου και Τουρισμού. Σχεδιάζει τα σκηνικά και τα κουστούμια για την Ηλέκτρα του Σοφοκλή (Θέατρο Κοτοπούλη. Σκηνοθεσία Κάρολου Κουν).
Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση Ελλήνων καλλιτεχνών στην Ν.Υόρκη.

1941
Ιανουάριος
Επιστρατεύεται για το Αλβανικό μέτωπο.

1942
Συμμετέχει στην «Επαγγελματική» έκθεση ζωγραφικής του Ζαππείου. Το ίδιο και τον επόμενο χρόνο(1943).
Ο σύλλογος «Ελληνική Λαϊκή Τέχνη» αναθέτει στους αρχιτέκτονες Ν. Αργυρόπουλο κα Αλ. Παπαγεωργίου καθώς και στον Νίκο Εγγονόπουλο να σχεδιάσουν παλιά σπίτια της Αθήνας.
Γράφει το Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα.

1944
Μάρτιος
Δημοσιεύει «Επτά ποιήματα» στο περ. Τα Νέα Γράμματα (χρ.Ζ’ τεύχος2).

Σεπτέμβριος
Τυπώνεται σε βιβλίο ο Μπολιβάρ / «Ίκαρος», Αθήνα 1944.

1945
Άνοιξη
Δημοσιεύει τρία ποιήματα στο περ. Τετράδιο (τεύχος 1ο)

Μάιος
Αποσπάται από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων στο Ε. Μ. Πολυτεχνείο ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου του Δ. Πικιώνη. Στη θέση αυτή θα παραμείνει, με συνεχείς ανανεώσεις της απόσπασης, ως το 1956.

Ιούλιος
Δημοσιεύει επτά ποιήματα από την «Επιστροφή των πουλιών» στο περ. Τα Νέα Γράμματα (χρ. Ζ’, τεύχος 5-6).

Σεπτέμβριος
Γράφει το ποίημα Πικασσό ποιητής και το άρθρο Ο Πικασσό ποιητής (όπου και μεταφράσεις ποιημάτων του Πικασσό) για το περ. Τετράδιο (τεύχος 2ο).
Σχεδιάζει τα σκηνικά και τα κουστούμια για το έργο Καποδίστριας Ν. Καζαντζάκη (Εθνικό Θέατρο. Σκηνοθεσία Σωκράτη Καραντίνου).

Δεκέμβριος
Κυκλοφορεί το περ. Τετράδιο με εξώφυλλο Νίκου Εγγονόπουλου και το κείμενο του Ανδρέα Εμπειρίκου «Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου» (τεύχος 3ο).

1946
Μάιος
Τυπώνεται η ποιητική του συλλογή: Η / Επιστροφή των Πουλιών / «Ίκαρος» /1946.

1948
Ιανουάριος
Συμμετέχει με κείμενο του στο «Αφιέρωμα των ελλήνων ποιητών στον ποιητή Απόστολο Μελαχρινό για τα 40 χρόνια των Παραλλαγών του» που εκδίδει το περ. Ο κύκλος.

Δεκέμβριος
Τυπώνεται η συλλογή του: Έλευσις / «Ίκαρος» / 1948.
Πίνακες του Νίκου Εγγονόπουλου από την Καστοριά («Σπίτι Πηχεών») και την Ζαγορά («Το Σχολείο του Ρήγα») τυπώνονται στα λευκώματα της σειράς «Πινακοθήκη της Τέχνης του Ελληνικού Λαού. Α’ Αρχιτεκτονική των κοσμικών μνημείων», Τεύχος 1. Αρχοντικά της Καστοριάς. Αθήνα 1948 και Τεύχος 2. Σπίτια της Ζαγοράς Πηλίου. Αθήνα 1949, που εκδίδονται απο το σύλλογο «Ελληνική Λαϊκή Τέχνη».

1949
Συμμετέχει στην Πανελλήνια Έκθεση του Ζαππείου (το ίδιο τις χρονιές 1952, 1957, 1963, 1965, 1967, 1971, 1973 και 1975).
Συμμετέχει στην Ιδρυση του καλλιτεχνικού ομίλου «Αρμός» που έχει σκοπό την προώθηση μιας σύγχρονης αισθητικής κίνησης στην Ελλάδα (άλλα μέλη είναι ο Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Γ. Τσαρούχης, ο Γ. Μόραλης, ο Ν. Νικολάου, η Ναταλία Μελά, ο Π. Τέτσης, ο Γ. Μαυροϊδης). Εκθέτει έργα του με τον «Αρμό» τον ίδιο χρόνο, το 1950 (Αθήνα και Θεσσαλονίκη) και το 1952. Πίνακες του παρουσιάζονται και στο Ελληνικό Περίπτερο της Παγκοσμίου Εκθέσεως της Νέας Υόρκης.

Σεπτέμβριος
Δουλεύει στο Υπουργείο Οικισμού και Ανοικοδομήσεως με την ομάδα αρχιτεκτόνων του Δ. Πικιώνη για τον σχεδιασμό νέων κτιρίων στις καταστραμμένες περιοχές (Πειραιάς κ.α.).
Σχεδιάζει τη μακέτα της Πανελληνίου Εκθέσεως Λαϊκής Βιοτεχνίας και Χειροτεχνίας.

1950
Μάρτιος
Γάμος με τη Νέλη Ανδρικοπούλου.

1951
Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση σκηνικών Θεάτρου στο Όσλο (και στις παρόμοιες του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου (Ι.Τ.Ι) Αθηνών το 1957 και το 1962, όπως επίσης του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών το Δεκέμβριο του 1959).
Συμμετέχει στην έκθεση της Διεθνούς Ένωσης Αρχιτεκτόνων (U.I.A.) Αθηνών (το ίδιο και το 1954).
Γέννηση του γιου του Πάνου.

1952
Σχεδιάζει τα σκηνικά και τα κουστούμια για το έργο του Γκολντόνι Ο καλόκαρδος γκρινιάρης (Εθνικό Θέατρο. Σκηνοθεσία Σωκρ. Καραντινού).
Συμμετέχει στην αγιογράφηση της εκκλησίας του Αγ. Σπυρίδωνα στη Νεα Υόρκη (που έχει αναλάβει ο Φ. Κόντογλου). Ο Νίκος Εγγονόπουλος κάνει τις εικόνες του Δωδεκαόρτου και του τέμπλου.

1953
Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση Ελλήνων ζωγράφων στη Ρώμη και στην Οττάβα (η έκθεση συνεχίζεται στο Έντμοντον, το Τορόντο, το Βανκούβερ το 1954 και το Σάο Πάολο το 1955).

1954
Δημοσιεύει το ποίημα «Ο Ατλαντικός» στο περ. Αγγλοελληνική Επιθεώρηση (τόμος ΣΤ’, τεύχος 3ο, Χειμώνας ’53-’54) μαζί με μία ελαιογραφία [Ιάσων].

Φεβρουάριος
Ανάτυπο: Ο Ατλαντικός / Αθήνα 1954

Καλοκαίρι
Εκπροσωπεί την Ελλάδα στην 27η Διεθνή Έκθεση Biennale της Βενετίας με 72 έργα του. [Κατάλογος La Biennale di Venezia (XXVII), Grecia, Nicos Engonopoulos, «Lombroso» Venezia, 1954 με εισαγωγή του R. Paluchini και ένα κείμενο του D.E. Evanghelides].
Διαφημιστική μακέτα για το περ. Ο Ταχυδρόμος.
Βγαίνει το διαζύγιο του με τη Νέλη Ανδρικοπούλου. 1956 (Μαιος) [«Σημεία επαφής της Μοντέρνας Τέχνης με το ιδεώδες της Ελληνικής Τέχνης»] απάντηση σε έρευνα του περ. Ζυγός (τεύχος 7).

Ιούνιος
Εκλέγεται μόνιμος επιμελητής του Ε. Μ. Πολυτεχνείου (Εισηγητές είναι ο Δ. Πικιώνης και Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας). Διορίζεται στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου. Παραιτείται οριστικά από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων.

1957
Απρίλιος
Τυπώνεται η νέα ποιητική συλλογή: Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω / «Ίκαρος» / 1957.

Μάιος
Διορίζεται επιμελητής στην έδρα Γενικής Ιστορίας της Τέχνης (καθηγητής Δημήτρης Ευαγγελίδης).
Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση ζωγραφικής στη Θεσσαλονίκη. Όμοια το 1966 και το 1973 (Αίθουσα «Τέχνη»).
Σχεδιάζει τα σκηνικά και τα κουστούμια για τις παραστάσεις Κόρη, Μορφές μιας γυναίκας, Μήδεια και Ρίγκ και Τρομπέττα του «Ελληνικού Χοροδράματος», της Ραλλούς Μάνου.

Νοέμβριος
Μακέτα για το τουριστικό φυλλάδιο του ΕΟΤ: Αίγινα. Το ξενοδοχείο του χωριού.

1958
Δεκέμβριος
Παίρνει το Πρώτο Βραβείο Ποιήσεως του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας για την τελευταία του συλλογή.

1959
Συμμετέχει στην ομαδική έκθεση του «Ζυγού».
Σχεδιάζει τα σκηνικά και τα κουστούμια για το έργο του Ευριπίδη Ίων και του Αισχύλου Προμηθέας Δεσμώτης («Θυμελικός Θίασος» του Λίνου Καρζή).

1960
Δεύτερος γάμος του Νίκου Εγγονόπουλου με την Ελένη Τσιόκου.

Μαϊος
Διορίζεται επιμελητής στο Εργαστήριο Προπλασμάτων (Διευθυντής ο καθηγητής Κ. Μπίρης).

Αύγουστος
Ταξίδι στην Ελβετία, Γερμανία και Αυστρία.

1961
Γέννηση της κόρης του Ερριέττης.

Αύγουστος
Ένα κείμενο για τον Φουτουρισμό στο περ. Ζυγός (τεύχος 68-69).
«Η αρχιτεκτονική των Αθηνών της σήμερον», στο περ. Τεχνική Επιθεώρησις (τεύχος 5).
«Το χορόδραμα» και [«Η μεταφορά των ελληνικών φορεμάτων, πάνω στη σκηνή»]. Δύο κείμενα στον τόμο Ελληνικό Χορόδραμα.

1962
Μάρτιος
Το ποίημα «Η εικών» στο περ. Πνευματική Κύπρος.

Ιούνιος
[«Για το ενιαίο Πνευματικό Κέντρο»] απάντηση στο περ. Ζυγός (τεύχος 78-79).
Σκηνικά και κουστούμια για το έργο του Μπερτολντ Μπρεχτ Το ρομάντζο της πεντάρας (Σκηνοθεσία Ν. Χατζίσκου), του Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω Καίσαρ και Κλεοπάτρα (Σκην. Αλέξη Σολομού), και του Μολιέρου Ο αρχοντοχωριάτης (Κρατικό Θέατρο Β. Ελλάδος. Σκην. Σωκράτη Καραντινού).

Δεκέμβριος
Τυπώνεται σε νέα έκδοση, με σημειώσεις, το ποίημα: Μπολιβάρ / Δευτέρα έκδοσις / Με 8 έγχρωμους πίνακες / εκτός κειμένου / Ίκαρος 1962.

1963
Φεβρουάριος
Ατομική έκθεση ζωγραφικής στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο. Στα εγκαίνια, ομιλία του με θέμα «Ελάχιστα τινά περί της γενέσεως του έργου μου».
«Ελάχιστα για το θαύμα του Κρητικού Θεάτρου», ένα κείμενο στο περ. Θέατρο, (τεύχος 7).

Μάρτιος
Η ομιλία που έκανε στα εγκαίνια της έκθεσής του στο Α.Τ.Ι. δημοσιεύεται με τον τίτλο «Διάλεξη» στο περ. Επιθεώρηση Τέχνης (τομ ΙΖ’, τεύχος 99). Και σε ανάτυπο «με 5 εικόνες εντός του κειμένου και 1 έγχρωμη εκτός κειμένου».
Πεθαίνει η μητέρα του στην Αθήνα.

1964
Ιανουάριος
Συμμετέχει στην Αναμνηστική Έκθεση για τον Γ. Μπουζιάνη και τον Δ. Ευαγγελίδη.

Φεβρουάριος
Παραιτείται από το Ε. Μ. Πολυτεχνείο.
«Δύο μορφές ενός πίνακος και τρία ποιήματα για το θάνατο τριών ποιητών» στο περ. Πάλι (τεύχος 2-3).
Σχεδιάζει τα σκηνικά και τα κουστούμια για το έργο του Ευριπίδη Ιππόλυτος (Κρατικό Θέατρο Β. Ελλάδος. Σκην. Σωκρ. Καραντινού) Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση Ελλήνων ζωγράφων στις Βρυξέλλες.

Νοέμβριος
Κυκλοφορεί ο δίσκος Ο Εγγονόπουλος διαβάζει Εγγονόπουλο από την εταιρεία «Διόνυσος».

1965
Σχεδιάζει τα σκηνικά και τα κουστούμια για το έργο του Αριστοφάνη Λυσιστράτη (Κρατικό Θέατρο Β. Ελλάδος. Σκην. Σωκρ. Καραντινού).

Ιούλιος
Δήλωση [«Για τη Δημοκρατία»] στο έκτακτο τεύχος του περ. Επιθεώρηση Τέχνης.
1966
Τιμάται για το ζωγραφικό του έργο με το παράσημο Χρυσούς Σταυρός του Γεωργίου του Α’.
Ιούνιος
[«Για τον Άγγελο Σικελιανό»] στην εφημ. Τα Νέα (22/6).

Οκτώβριος
Δεύτερη έκδοση από τον «Ίκαρο» των συλλογών Μην ομιλείτε ει τον οδηγόν και Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής σε ένα τόμο με σχόλια και σημείωμα αυτοβιογραφίας.

Δεκέμβριος
Δημοσιεύει στο περ. Πάλι (τεύχος 6) εννέα ποιήματα και δύο πίνακες.

1967
Οκτώβριος
Εκλέγεται έκτακτος μόνιμος καθηγητής του Ε. Μ. Πολυτεχνείου στην έδρα του Ελευθέρου Σχεδίου.

1968
Μαϊος
Γνώμη περί της «υποθέσεως Παρθένη» δημοσιευμένη στην εφημ. Έθνος (28/5).

Δεκέμβριος
Δημοσιεύει στο περ. Λωτός (τεύχος 3) τα ποιήματα «Σύντομος βιογραφία του ποιητού Κωνσταντίνου Καβάφη» και «Essai sur l’ inegalite des races humaines».
Κυκλοφορεί ο δίσκος Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα. Μια σύνθεση του Νίκου Μαμαγκάκη σε φόρμα λαϊκής καντάτας. Τραγούδι Γιώργος Ζωγράφος από την εταιρεία «Λύρα».

1969
Δημοσιεύεται το ποίημα «Των ιερών Εβραίων» στο περ. Φιλολογική Πρωτοχρονιά.

Απρίλιος
Εκλέγεται τακτικός καθηγητής στην έδρα του Ελευθέρου Σχεδίου και εντεταλμένος στην έδρα Γενικής Ιστορίας και Τέχνης.

Μαϊος
Δημοσιεύει στο περ. Λωτός (τεύχος 4-5) το ποίημα «Ου δύναται τις δυσί κυρίοις δουλεύειν».

Δεκέμβριος
Ένα κείμενο για τον Καραγκιόζη στο περ. Λωτός (τεύχος 6).

1971
Συμμετέχει στην έκθεση «Η Νεοελληνική Τέχνη διά το ’21. Ζωγραφική – Γλυπτική – Χαρακτική» του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας.

Φθινόπωρο
Δημοσιεύεται το ποίημα «Η μπαλλάντα του Ισιδώρου – Σιδερή Στέικοβιτς» στο περ. Προσανατολισμοί (τεύχος 7, Λάρισα).

Νοέμβριος
«Ο γλύπτης Θεόδωρος Βασιλείου», άρθρο στην εφημ. Το Βήμα (28/11).

Δεκέμβριος
Του απονέμεται το παράσημο Σταυρός του Ταξιάρχη του Φοίνικος.

1972
Τυπώνεται από τις εκδόσεις του Ε. Μ. Πολυτεχνείου το λεύκωμα Ελληνικά Σπίτια με 18 έγχρωμους πίνακες [«ψυχογραφίες σπιτιών» όπως τους είχε άλλωτε χαρακτηρίσει ο Δ. Πικιώνης].
Τα ποιήματα «Η σημαία» και «Ένα όνειρο: η ζωή», στοιχειοθετούνται για το 6ο τεύχος του περ. Τραμ που όμως διακόπτει τον Ιούνιο την έκδοσή του.

1973
Αύγουστος
Με την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, αποχωρεί από το Ε. Μ. Πολυτεχνείο. Το 1976 ονομάζεται ομότιμος καθηγητής του.
«Τα γκωλ-ποστ», «Το κουτί της Πανδώρας», «Η σημαία» τυπώνονται στον τόμο Χρονικό ’73 (έκδοση της γκαλερί «Ώρα»).

1974
Ιανουάριος
«Η βυκάνη», ένα ποίημα στο περ. Ευθύνη (τεύχος 25).

1975
Φεβρουάριος
Ένα κείμενο για τους Τσαγγάρηδες στο περ. Ζυγός (τεύχος 12).

Ιούλιος
Απόψεις του [«Για τον Διονύσιο Σολωμό»] περ. Υδρία (τεύχος 16).

Οκτώβριος
Τρία ποιήματα στο περ. Σπείρα (τεύχος 3): «Ο Ορφεύς» (μαζί με τον ομότιτλο πίνακα), «Ένα όνειρο: η ζωή» και «Αλληλουχίες». Και σε ανάτυπο.
Ένα κείμενο «Για τον Κόντογλου» στο συλλογικό τόμο Μνήμη Φ. Κόντογλου των εκδόσεων «Αστήρ».

Δεκέμβριος
«Περί ανέμων, υδάτων και άλλων», «Περί αμαδρυάδων» και «Μπερουτιανό» δημοσιεύονται στην ανθολογία Ποίηση ’75 των Θ. Θ. Νιάρχου και Α. Φωστιέρη.

1976
Ιανουάριος
Τα ποιήματα «Περί Κροκοδείλου Κλαδά» και «Βιτσέντζος Κορνάρος» δημοσιεύονται στο περ. Η Νέα Ποίηση (τεύχος 7).
Τυπώνεται στο Παρίσι και σε μετάφραση Franchita Gonzalez Battle το «Bolivar, un poeme grec». Δίγλωσση έκδοση «Voix Francois Maspero» σε 2.200 αντίτυπα.

Μάρτιος
«Ο Ανδρέας Εμπειρίκος», ένα κείμενο στο αφιέρωμα του περ. Ηριδανός (τεύχος 4).
Κείμενο «Για τον Μάρκο Αυγέρη» στο «Αφιέρωμα» των εκδόσεων «Κέδρος».

Νοέμβριος
Έκθεση έργων ζωγραφικής του στην Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας της Σχολής Μωραϊτη.
Τα ποιήματα «Αναπροσαρμογή» και «Το ξάφνιασμα», μαζί με ένα πίνακα εκτός κειμένου, δημοσιεύονται στο περ. Τραμ (2η διαδρομή, τεύχος 3).

1977
Νοέμβριος
Τυπώνεται από τον «Ίκαρο» ο δεύτερος τόμος των Ποιημάτων του, με τις συλλογές: Μπολιβάρ, Η επιστροφή των πουλιών, Έλευσις, Ο Ατλαντικός, Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω.

Δεκέμβριος
«Διώνη», «Ένας κάπως ηλικιωμένος γενναίος στρατηγός» δημοσιεύονται στην ανθολογία Ποίηση ’77 των Θ. Θ. Νιάρχου και Α. Φωστιέρη.

1978
Οκτώβριος
«Για τον Φώτη Κόντογλου». Κείμενο στο περ. Ζυγός (τεύχος 31).

Νοέμβριος
Τυπώνεται από τον «Ίκαρο» η ποιητική του συλλογή Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, με είκοσι έγχρωμους πίνακες και ένα σχέδιο. «Είναι τα ποιήματα μιας εικοσαετίας, μαζί με μερικά άλλα». (Από τις «Σημειώσεις» του ίδιου).

1979
Του απονέμεται για δεύτερη φορά το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως.
«Το Ηράκλειο Κρήτης και το Γ’ Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον», κείμενο στο βιβλίο Έλλη Αλεξίου. Μικρό αφιέρωμα. Εκδ. «Καστανιώτη».

1980
Νοέμβριος
Το κείμενο Ο Καραγκιόζης, ένα ελληνικό θέατρο σκιών, τυπώνεται σε βιβλίο από τις εκδόσεις «Ύψιλον/βιβλία».

1981
Ιανουάριος
«Η Γιαβουκλού», ποίημα στο περ. Η λέξη, τεύχος 1(μικρό αφιέρωμα στον Νίκο Εγγονόπουλο με μια συνέντευξή του, σχέδια και ένα κείμενο του Κ. Γεωργουσόπουλου).

1983
Μάρτιος
Αναδρομική έκθεση του έργου του με 105 πίνακες στην Εθνική Πινακοθήκη / Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Απρίλιος
«Καβάφης, ο τέλειος», κείμενο στο Αφιέρωμα στον Καβάφη του περ. Η λέξη (τεύχος 23).

Δεκέμβριος
«Τα γαρούφαλα», ποίημα στο περ. Η λέξη (τεύχος 29-30).
Η Juventud Griega de Venezuela και ο Editorial Arcadia εκδίδουν από κοινού στο Καράκας το Bolivar. Un poema Griego σε μετάφραση Miguel Castillo Didier.

1984
Νοέμβριος
Ατομική έκθεση με ακουαρέλες, σχέδια και τέμπερες στην γκαλερί «Ζουμπουλάκη».

1985
31 Οκτωβρίου
Ο Νίκος Εγγονόπουλος πεθαίνει από ανακοπή της καρδιάς. Κηδεύεται στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας με δημόσια δαπάνη.

Νοέμβριος
Ατομική έκθεση στην «Γκαλερί 3» με τίτλο «Νίκος Εγγονόπουλος ζωγραφική 1975-1985».

1987
Αύγουστος
Ατομική έκθεση χαρακτικών στην Γκαλερί «Αίγινα» στην Αίγινα.

Νοέμβριος
Από τις εκδόσεις «Ύψιλον/βιβλία» κυκλοφορεί ο τόμος Νίκου Εγγονόπουλου Πεζά Κείμενα με δύο έγχρωμους πίνακες. Παρουσιάζεται η έκθεση «Νίκου Εγγονόπουλου ζωγράφος και ποιητής. Ελαιογραφίες, τέμπερες και βιβλία από ιδιωτικές συλλογές» στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας.

1988
Νοέμβριος
Αφιέρωμα του φιλολογικού περιοδικού «Χάρτης» στον Νίκο Εγγονόπουλο.

1991
Ιούνιος – Σεπτέμβριος
Συμμετοχή στην έκθεση του Centre Georges Pompidou στο Παρίσι με τίτλο «Surrealistes Grecs».

1993
Νοέμβριος
Από τις εκδόσεις «Ίκαρος» κυκλοφορεί ο τόμος «..και σ’ αγαπώ παράφορα», «Γράμματα στην Λένα 1959-1967» με δεκαπέντε έγχρωμους πίνακες.

1994
Δεκέμβριος
Συμμετέχει σε έκθεση με τίτλο «Οι δάσκαλοι» στην γκαλερί «Σκουφά» στην Αθήνα. Διήμερο αφιέρωμα στον ποιητή.

1995
Δεκέμβριος
Συμμετέχει σε έκθεση με τίτλο «Σουρεαλισμός». Η ελληνική διάσταση στην Γκαλερί «Titanium» στην Αθήνα.
Ατομική Έκθεση με τίτλο «Δέκα χρόνια από τον Θάνατο του Νίκου Εγγονόπουλου» στην Γκαλερί «Σκουφά» στην Αθήνα.

1996
Φεβρουάριος
Έκδοση εννέα μελετών για τον Νίκο Εγγονόπουλο από το Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν με τίτλο «Νίκος Εγγονόπουλος Ωραίος σαν Έλληνας».

Νοέμβριος
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ύψιλον/βιβλία» ο τόμος «Νίκος Εγγονόπουλος Σχέδια και Χρώματα».

Δεκέμβριος
Ατομική έκθεση με την ευκαιρία της παρουσίασης του βιβλίου «Σχέδια και Χρώματα» με τον ίδιο τίτλο στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη στην Αθήνα. Επανέκδοση σε μικρότερο σχήμα του βιβλίου «Ελληνικά Σπίτια» από το Ε. Μ. Πολυτεχνείο.

1997
Φεβρουάριος
Μεγάλη αναδρομική έκθεση στα πλαίσια της «Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα» στην Δημοτική Πινακοθήκη της Θεσσαλονίκης (Μαϊος). Αφιέρωμα στο ένθετο της Κυριακάτικης Καθημερινής «Επτά ημέρες» με τίτλο «Νίκος Εγγονόπουλος Ζωγράφος και ποιητής».

Καλοκαίρι
Συμμετέχει στην έκθεση με τίτλο «Έλληνες ζωγράφοι και αρχαίο Ελληνικό δράμα: σκηνογραφικές εκδοχές» στο Ευρωπαϊκό κέντρο Δελφών στους Δελφούς.

1998
Ιανουάριος
Αφιέρωμα στο φιλολογικό περιοδικό «Διαβάζω»

Μαϊος-Ιούνιος
Συμμετέχει σε έκθεση με τίτλο «Τα πορτραίτα Φαγιούμ και η γενιά του ’30 στην αναζήτηση της ελληνικότητας» στο Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα.

1999
Μάρτιος
Συμμετέχει σε έκθεση με τίτλο «Μεγάλοι ζωγράφοι σε μικρές ζωγραφιές» στην γκαλερί Ζήτα-Μι στη Θεσσαλονίκη.
Ατομική έκθεση με τίτλο «Νίκος Εγγονόπουλος Μυθολογία – Βυζάντιο – Επανάσταση» στην αίθουσα τέχνης «Αστρόλυβος – Δεξαμενή» στην Αθήνα.

Ιούνιος
Επανέκδοση σε ένα τόμο από τις εκδόσεις «Ίκαρος» οι τόμοι «Ποιήματα Α» και «Ποιήματα Β».

1999
Κυκλοφορεί το βιβλίο: οι άγγελοι στον παράδεισο μιλούν ελληνικά… Συνεντεύξεις, σχόλια και γνώμες, Γιώργος Κεντρωτής (επιμ.), Ύψιλον/βιβλία.

2001
Τυπώνεται το λεύκωμα: Νίκος Εγγονόπουλος ο βυζαντινός. Σαράντα μία αυγοτέμπερες / Επτά σχέδια / Είκοσι ποιήματα / και μία σινική μελάνη σε χαρτί.

2004
Αφιέρωμα του περιοδικού η λέξη , τεύχος 179.

2005
Κυκλοφορεί η έκδοση “Το μέτρον: ο άνθρωπος. Πέντε Ποιήματα και Δέκα Πίνακες” Ύψιλον/βιβλία [περιλαμβάνει τρία άγνωστα ποιήματα και πίνακες από ιδιωτικές συλλογές]. Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, 12 Αυγούστου 2005, «Νίκος Εγγονόπουλος, Ελληνοκεντρικός και οικουμενικός»

2007
Ανακήρυξη του 2007 ώς
“Έτος Εγγονόπουλου” με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννησή του, από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.

Ιανουάριος
Τυπώνεται το ανθολόγιο ζωγραφικών και ποιητικών έργων του, καθώς και κριτικών, “Ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος, Ημερολόγιο 2007″, και το λεύκωμα “Νίκος Εγγονόπουλος, Μυθολογία” από τις εκδόσεις «Ύψιλον/βιβλία».

Φεβρουάριος
Έκδοση του λευκώματος «Νίκος Εγγονόπουλος-εκατό χρόνια από τη γέννησή του: η αγάπη είναι ο μόνος τρόπος… » από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου σε φιλολογική επιμέλεια Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου.

Φεβρουάριος – Απρίλιος
Έκθεση «Εγγονόπουλος 2007: …ωραίος σαν Έλληνας» στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών.
Μάρτιος
Παράσταση-αφιέρωμα στον Εγγονόπουλο στο Μέγαρο Μουσικής, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα και επιλογή κειμένων από τον Νάσο Βαγενά, σε συμπαραγωγή του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και του Μέγαρου Μουσικής Αθηνών.
Μάρτιος – Απρίλιος
Οι στίχοι του Εγγονόπουλου ταξιδεύουν καθημερινά με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Έκδοση καταλόγου με το σύνολο των έργων από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών.
Μάιος – Ιούνιος
Θεματική-ερευνητική έκθεση με τίτλο: «Τόπος: Εγγονόπουλος» στη Θεσσαλονίκη, με επιμελητή τον Ντένη Ζαχαρόπουλο σε συνδιοργάνωση Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.
Οκτώβριος
Αφιέρωμα του περιοδικού Νέα Εστία, τεύχος 1804.


Νοέμβριος
Διήμερο επιστημονικό συνέδριο: «Εγγονόπουλος 2007: Ο ζωγράφος και ο ποιητής» με τη συμμετοχή 35 μελετητών του έργου του από την Ελλάδα και το εξωτερικό στο Μουσείο Μπενάκη, σε συνδιοργάνωση Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και Μουσείου Μπενάκη.
Κυκλοφορεί η έκδοση “Ωραίος σαν Έλληνας, Ποιήματα/The beauty of a Greek, Poems” από τις εκδόσεις “Ύψιλον/βιβλία” Ανθολόγηση και μετάφραση του Ντέιβιντ Κόνολι.
Επίσης, κυκλοφορεί η έκδοση “Νίκος Εγγονόπουλος, Το σχέδιον ή το χρώμα: Σκηνικά και κοστούμια για το θέατρο” σε επιμέλεια Μαρίας Γυπαράκη από τις εκδόσεις “Ίκαρος”.

Νοέμβριος – Ιανουάριος
Αναδρομική έκθεση “Νίκος Εγγονόπουλος: Είμαι ζωγράφος και ποιητής” που οργανώνει το Μουσείο Μπενάκη με 250 περίπου αντιπροσωπευτικά έργα απο τις πέντε δεκαετίες της εικαστικής του παραγωγής. Την έκθεση επιμελήθηκαν, ως προς το εικαστικό σκέλος, η Κατερίνα Περπινιώτη-Αγκαζίρ και ως προς το ποιητικό, ο Θανάσης Χατζόπουλος. Το σχεδιασμό της ανέλαβε η Λίλη Πεζανού.

Ι. Βούρτσης

=======================================================

Σταμάτης Κριμιζής, Ο Έλληνας χαρτογράφος του διαστήματος.

(ANΑΡΤΗΘΗΚΕ 03/04-2011)

Ο καθηγητής Σταμάτης Κριμιζής γεννήθηκε στη Χίο το 1938. Διετέλεσε καθηγητής της Σχολής Φυσικής και Αστρονομίας του Πανεπιστημίου τηςIowa, και το 1968 ανέλαβε την ηγεσία της Ομάδας στο Εργαστήριο Εφαρμοσμένης Φυσικής του Πανεπιστημίου Johns Hopkins. Το 1980 διορίστηκε επικεφαλής στο Τμήμα Διαστημικής, του οποίου έγινε διευθυντής το 1991. Από τη θέση αυτή διηύθυνε τις δραστηριότητες περίπου 600 επιστημόνων, μηχανικών και άλλου προσωπικού. Από τον Απρίλιο του 2004 είναι επίτιμος διευθυντής του Τμήματος.

Έχει δημοσιεύσει περισσότερες από 386 εργασίες σε επιστημονικά περιοδικά και βιβλία. Έχει τιμηθεί με το Medal for Exceptional Scientific Achievement της NASA και με περίπου 30 ομαδικά βραβεία (Group Achievement Awards) της NASA και ESA για τις αποστολές VOYAGER, AMPTE, GALILEO, ULYSSES, CASSINI και ACE και είναι πρόεδρος της Τάξεως θετικών Επιστημών της Διεθνούς Ακαδημίας Αστροναυτικής (IAA). Το 2002, κατά τη διάρκεια της σύγκλησης του Παγκοσμίου Συμβουλίου για το Διάστημα, τιμήθηκε με το βραβείο COSPAR Space science Award.

Το 1999 η Διεθνής Αστρονομική Ένωση μετονόμασε τον αστεροειδή «1979 UH» σε «8323 krimigis». Έχει επανειλημμένως καταθέσει ενώπιον Επιτροπών του αμερικάνικου Κογκρέσου για θέματα διαστημικής επιστήμης και τεχνολογίας, με πιο πρόσφατες αναφορές του για την αποστολή Voyager, η οποία διέσχισε το εξώτατο όριο της ηλιόσφαιρας. Το 1997 ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας τον τίμησε με τον Χρυσό Σταυρό του Ταξίαρχου του Τάγματος του Φοίνικος.

Είναι ο μόνος επιστήμονας στον κόσμο, ο οποίος με τα όργανα που έχει σχεδιάσει, έχει εξοπλίσει διαστήματα σκάφη σε αποστολές στους 7 από τους 9 πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος. Αλλά αυτή δεν είναι η μόνη πρωτιά για τον Ελληνα επικεφαλής της NASA, καθηγητή Σταμάτη Κριμιζή, το πρόσωπο του οποίου ταυτίζεται με την ιστορία της εξερεύνησης του Διαστήματος.

Ο ίδιος πρωτοστάτησε στην υλοποίηση του Προγράμματος Discovery της NASA, που αφορά στην πραγματοποίηση πλανητικών αποστολών χαμηλού κόστους. Είναι από τους επικεφαλής ερευνητές της αποστολής Cassini/Hugens στον Κρόνο και τον Τιτάνα και Συνεργάτης Ερευνητής στις αποστολές Galileo, Ulysses, ACE, και MESSENGER.

Κι ακόμη, έχει επινοήσει τα όργανα που έχουν εξοπλίσει την αποστολή του διαστημικού σκάφους MESSENGER, προς τον Ερμή, αλλά και του σκάφους New Horizons, που θα εκτοξευθεί προς τον Πλούτωνα σας 11 Ιανουαρίου 2006. Έτσι, θα συμπληρώσει ένα επιστημονικό κύκλο που ξεκίνησε πριν από περίπου 40 χρόνια.

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Στις πρωτιές του Έλληνα επιστήμονα συμπεριλαμβάνεται και η συμμετοχή του στην αποστολή δύο διαστημικών σκαφών, του Voyager 1 και Voyager 2, το πρώτο εκ των οποίων έφτασε στην «άκρη» του ηλιακού μας συστήματος.

Πρόσφατα καθηγητής Σταμάτης Κριμιζής ήταν ομιλητής στην Ακαδημία Αθηνών στο πλαίσιο της υποδοχής του ως νέο τακτικό της μέλος. Το θέμα της ομιλίας του αφορούσε αυτήν ακριβώς την αποστολή που, ουσιαστικά, δίνει τη δυνατότητα της πρώτης απευθείας ανίχνευσης σε αυτή την περιοχή που βρίσκεται μπροστά στο διαστρικό χώρο. «Ύστερα από 27 χρόνια από την εκτόξευση του, το διαστημόπλοιο της NASA, Voyager 1 πέρασε από ένα σημείο κλειδί, “το Κρουστικό Κύμα Παύσης” στο πλαίσιο της ιστορικής διαπλανητικής αποστολής του. Ας σημειωθεί ότι το Voyager 1 βρίσκεται σήμερα σε απόσταση 14,56 δισ. χιλιομέτρων από τη Γη. Ένα αυτοκίνητο με ταχύτητα 200 χιλιόμετρα την ώρα θα χρειαζόταν 8.310 χρόνια για να διανύσει την ίδια απόσταση, ενώ ένα αεροπλάνο μόνο 1.162 χρόνια. Το ραδιοκύμα επικοινωνίας από το διαστημόπλοιο ταξιδεύει με 300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο (ταχύτητα φωτός) και χρειάζεται 13,5 ώρες για να φτάσει στη Γη. Για σύγκριση, το φως από τον ήλιο φτάνει στη Γη σε 8,3 λεπτά», ανέφερε ο κ. Σταμάτης Κριμιζής.

Αναλύοντας δεδομένα του Πειράματος Ανίχνευσης Φορτισμένων Σωματιδίων Χαμηλών Ενεργειών του σκάφους, η ομάδα του Εργαστηρίου Εφαρμοσμένης Φυσικής του Πανεπιστημίου Τζον Χόπκινς των ΗΠΑ με επικεφαλής τον Δρ Κριμιζή, παρατήρησε ότι το διαστημόπλοιο, όντας σε απόσταση 14,1 χιλιομέτρων από τη Γη, πέρασε μέσα από μια θυελλώδη ζώνη γνωστή ως Κρουστικό Κύμα Παύσης (Termination Shok).

Στη διάβαση της Παύσης, φορτισμένα ηλεκτρόνια και πρωτόνια, προερχόμενα από τον «Ηλιακό Άνεμο», επιβραδύνονται ταχέως μετά από τη σύγκρουση μαγνητικής πίεσης προερχόμενης από πεδία και σωματίδια μεταξύ των αστέρων.

Αυτό το κρουστικό κύμα παύσης θεωρήθηκε η τελευταία στάση πριν από το αόρατο όριο της ηλιόσφαιρας. Ο Δρ Κριμιζής σχεδίασε το όργανο του Voyager 1 το οποίο ανίχνευσε το 2004 το απώτατο όριο του ηλιακού συστήματος σε απόσταση περίπου 94 αστρονομικών μονάδων από τον ήλιο.

Σημειωτέον ότι μια αστρονομική μονάδα είναι η απόσταση μεταξύ ηλίου και γης, ήτοι 150 εκατομμύρια χιλιόμετρα. Το διαστημικό σκάφος είναι το πρώτο που έφερε σε πέρας το προαναφερόμενο εγχείρημα και από τον Αύγουστο 2003 μέχρι τον Ιούλιο του 2005 οι επιστήμονες παρατήρησαν ασυνήθιστες καταγραφές σε πολλά όργανα του σκάφους, υποδεικνύοντας ότι είχε διαπεράσει ένα διαφορετικό μέρος του ηλιακού συστήματος. Οι απόψεις των επιστημονικών ομάδων διαφέρουν στην επεξήγηση των δεδομένων το 2003.

Ο Δρ Κριμιζής και οι άλλοι ερευνητές που συμμετέχουν στην αποστολή συμφωνούν ότι το 2004 έχουν αξιόπιστες αποδείξεις μέσω των δεδομένων του Πειράματος Ανίχνευσης Φορτισμένων Σωματιδίων Χαμηλών Ενεργειών για την διάσχιση του Κρουστικού Κύματος Παύσης.

ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ

Το όργανο τοποθετήθηκε πάνω σε περιστρεφόμενη πλατφόρμα που επιτρέπει την ανίχνευση του διαστήματος προς όλες τις κατευθύνσεις, καθορίζει τη σύσταση, φόρτιση και κατεύθυνση ορισμένων ενεργειακών σωματιδίων, ενώ αυτά ταξιδεύουν στο Διάστημα. Η κύρια αποστολή των δύο Voyager ήταν ο Δίας και ο Κρόνος, και ακολούθως έφτασαν μέχρι τα όρια του ηλιακού συστήματος. Επειδή, εκεί δεν υπάρχει αρκετή ηλιακή ενέργεια και οι ηλιακές συλλέκτες θα ήταν άχρηστοι, γι’ αυτό και το κάθε σκάφος εξοπλίστηκε με τρεις θερμοηλεκτρικές γεννήτριες με ραδιοϊσότοπα, για να παραγάγουν την αναγκαία ηλεκτρική ισχύ για τα συστήματα και τα όργανα των δύο διαστημικών σκαφών. Έτσι 27 χρόνια αργότερα τα Voyager λειτουργούν ακόμα χάρις στη θερμότητα που παράγεται από το διοξείδιο του πλουτωνίου.

Αρχικά θεωρούνταν ότι το Voyager 1 θα είχε διάρκεια ζωής πέντε χρόνια, αλλά η πραγματικότητα διέψευσε της προβλέψεις και το Voyager 1 ταξιδεύει εδώ και 28 χρόνια.

===========================================

Ηρόδοτος (485 – 421/415 π.Χ.)

Ο Ηρόδοτος ήταν ένας αρχαίος ιστορικός και γεωγράφος του 5ου αιώνα π.Χ.. Έγραψε για τους Περσικούς Πόλεμους (ανάμεσα στους Έλληνες και τους Πέρσες) καθώς και περιγραφές για διάφορα μέρη και πρόσωπα που συνάντησε στα ταξίδια του.

ImageΚαταγόταν από εύπορη και φιλομαθή οικογένεια και ανατράφηκε σ’ ένα περιβάλλον σεβασμού του Ομήρου και παλαιών θρύλων. Ο πατέρας του λεγόταν Λύξης, η μητέρα του Δρυώ και ο αδερφός του Θεόδωρος. Ο σημαντικότερος όμως συγγενής του ήταν ο θείος του, επικός ποιητής και τερατοσκόπος (=ερμηνευτής θαυμάτων), Πανύασης.

Όταν στην πατρίδα του την Αλικαρνασσό ήταν τύραννος ο Λύγδαμης, ο Ηρόδοτος πήρε μέρος σε συνωμοσία για την ανατροπή του, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το 468 ή το 467 π.Χ. στη Σάμο. Από τη Σάμο γύρισε στην Αλικαρνασσό και πήρε μέρος στην ανατροπή του Λύγδαμη το 455 π.Χ., αλλά μετά από λίγο υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει και αυτός την πατρίδα του. Από τότε άρχισε ως περιηγητής και εξερευνητής, πιθανόν στα χρόνια 458-445 π.Χ. να επισκέπτεται διάφορα μέρη του τότε γνωστού κόσμου, μεταξύ άλλων τη χώρα των Κόλχων μέχρι τη Σκυθία, το εσωτερικό της Μικράς Ασίας και τον Πόντο μέχρι την Κριμαία, την Κύπρο και τις περοχές της Συρίας, τη Βαβυλωνία, την Αίγυπτο, την Κυρηναϊκή και βεβαίως όλη την Ελλάδα.

Έμεινε αρκετά χρόνια στην Αθήνα, όπου συνδέθηκε φιλικά με τους μεγάλους άνδρες της εποχής εκείνης, τον Περικλή και το Σοφοκλή. Μαζί με τον Πρωταγόρα ίδρυσαν περί το 443 την αποικία των Θουρίων στην κάτω Ιταλία. Στην αποικία αυτή, που ιδρύθηκε κοντά στην κατεστραμμένη Σίβαρη, ο Ηρόδοτος πέρασε τα περισσότερα χρόνια της υπόλοιπης ζωής του, γι’ αυτό και επονομάστηκε Θούριος. Για τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες. Πέθανε ανάμεσα στα χρόνια 421 και 415.

Ο Ηρόδοτος έγραψε μια «παγκόσμια» ιστορία. Οι Αλεξανδρινοί μελετητές τη χώρισαν σε εννέα βιβλία και έδωσαν στο καθένα το όνομα μιας από τις εννέα Μούσες. Σκοπός του έργου του ήταν να καταγραφεί η μεγάλη σύγκρουση των Ελλήνων με τους Πέρσες, στην πραγματικά γιγαντιαία αναμέτρηση των περσικών πολέμων. Και όπως ο ίδιος γράφει για να μην λησμονηθούν με την πάροδο του χρόνου τα έργα των ανθρώπων και να μην μείνουν αμνημόνευτα τα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα των Ελλήνων και των βαρβάρων. Στα πρώτα τέσσερα βιβλία παρουσιάζει το σχηματισμό και την αύξηση της περσικής δύναμης, στο πέμπτο και έκτο τις πρώτες συγκρούσεις των Περσών με τους Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας, στο τελευταίο μέρος του έκτου και σε ολόκληρα τα δύο επόμενα βιβλία περιγράφει τις δύο μεγάλες εκστρατείες των Περσών που κατέληξαν, η πρώτη στη μάχη του Μαραθώνα και η άλλη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Τέλος στο ένατο βιβλίο αναφέρεται στις άλλες πολεμικές δραστηριότητες των Ελλήνων εκείνης της εποχής.

Αναλυτικότερα ο Ηρόδοτος περιγράφει τα γεγονότα που έγιναν από το 560 μέχρι την κατάληψη της Σηστού το 478 από τους Αθηναίους.

Στο Α’ βιβλίο, Κλειώ, κάνει μια γενική αναφορά στα αίτια της σύγκρουσης Ασίας και Ευρώπης, θεωρώντας Ευρώπη τον ελλαδικό χώρο. Έπειτα παραθέτει μυθικές αναφορές, αρχίζοντας με τα όσα του είχαν πει Πέρσες λόγιοι και Φοίνικες ιερείς. Ο ίδιος δεν παίρνει θέση σ’ αυτά τα μυθικά στοιχεία. Μετά ασχολείται με την ιστορία του βασιλείου της Λυδίας, από τον Κανδαύλη και τον Γύγη ως τον Κροίσο. Ενώ στέκεται ιδιαίτερα στις επιθέσεις του Κροίσου κατά των ελληνικών πόλεων της Δυτικής Μικράς Ασίας. Ακολουθεί η συζήτηση του Κροίσου με τον Σόλωνα, η ιστορία του ’τυος και του Αδράστου, οι στενές σχέσεις του Κροίσου με το Μαντείο των Δελφών και ακολουθούν τα στοιχεία για τους Πελασγούς, για τον Πεισίστρατο και τους Πεισιστρατίδες, για την Σπάρτη και τους πολέμους της με την Τεγέα και την συμμαχία Κροίσου-Σπάρτης. Μετά περιγράφει την εκστρατεία του Κροίσου κατά των Περσών, την παρουσία εκεί του Θαλή του Μιλησίου, την εκτροπή του ’λυ ποταμού, την ήττα του Κροίσου και την αιχμαλωσία του, καθώς και την κατάληψη των Σάρδεων και την υποταγή της Λυδίας στους Πέρσες. Ακόμη αναφέρει την ιστορία των Μήδων που αποτίναξαν το ζυγό των Ασσυρίων και την κατάλυση του Μηδικού βασιλείου. Επίσης δίνονται οι σχέσεις των Ελλήνων με τον Κύρο και περιγράφεται η υποταγή της Ιωνίας, της Καρίας, της Λυκίας και της Βορειοδυτικής Μικράς Ασίας στους Πέρσες. Και τέλος, αναφέρεται στην ιστορία των Βαβυλωνίων, των Ασσυρίων, με την χώρα των Μασσαγετών, τους λαούς γύρω από την Κασπία θάλασσα και πώς σκοτώθηκε ο Κύρος ο Πρεσβύτερος.

Στο Β’ βιβλίο, Ευτέρπη, αρχίζει με την εκστρατεία του Καμβύση στην Αίγυπτο που συνεχίζεται και στο Γ’ βιβλίο. Σ’ αυτό το βιβλίο, δίνει λεπτομερείς και εντυπωσιακές πληροφορίες για την Αίγυπτο, τα ιερά της, τη θρησκεία της, τα ήθη και έθιμα της, καθώς και για την ιστορία της και τις σχέσεις Ελλήνων και Αιγυπτίων.

Στο Γ’ βιβλίο, Θάλεια, ξαναγυρίζει στην αρχή, στην εκστρατεία του Καμβύση εναντίον του ’μαση και στα αίτια που την προκάλεσαν. Περιγράφει την μάχη του Πηλουσίου, την κατάκτηση της Αιγύπτου, την υποταγή της Κυρήνης και της Λιβύης, την εκστρατεία κατά των Αιθιόπων και των Αμμωνίων και την κατάκτηση της Κύπρου. Επίσης περιγράφει την εκστρατεία των Λακεδαιμονίων και Κορινθίων κατά της Σάμου, την εξέγερση του Ψευδοσμέρδη, την ανταρσία των Μάγων, το θάνατο του Καμβύση και την ανάδειξη του Δαρείου σε βασιλιά των Περσών. Παρεμβάλλει την περιήγηση της Ινδικής και πληροφορίες για τους ’ραβες, τους Αιθίοπες και τους κατοίκους της Βόρειας Ευρώπης. Τέλος, περιγράφει την υποταγή της Σάμου στους Πέρσες, την εξέγερση των Βαβυλωνίων και την κατάληψη της Βαβυλώνας.

Στο Δ’ βιβλίο, Μελπομένη, δίνονται οι δυο εκστρατείες του Δαρείου, η μια κατά των Σκυθών και η άλλη κατά της Λιβύης. Ακόμη δίνει εντυπωσιακά στοιχεία για τις χώρες και τους λαούς, παραθέτει το μύθο για τις Αμαζόνες, την κατάκτηση της Θράκης, την εκστρατεία του Δαρείου κατά των Σκυθών και την τελική υποχώρηση του. Έπειτα καταγράφει την ιστορία της Λιβύης, την περιήγηση της Λιβύης και την εκστρατείας κατά της Λιβύης.

Στο Έ βιβλίο, Τερψιχόρη, αναφέρει την υποταγή της Θράκης και των γύρω περιοχών (Τρωάδα, Λήμνος, Ίμβρος, κτλ.) στους Πέρσες. Εδώ παρεμβάλει και την ιστορία του Ιστιαίου που θα παίξει σημαντικό ρόλο στην εξέγερση των Ιώνων και συνεχίζει με την αποστολή πρεσβείας στην Μακεδονία για να ζητήσει “γη και ύδωρ” Τέλος αναφέρει την εξέγερση των Ιώνων και την περιγραφή των επιχειρήσεων κατά την επανάσταση των Ιώνων σε όλη της την έκταση, παρεμβάλοντας την ιστορία των Δωρικών φυλών της Σπάρτης και την ιστορία των Αθηνών.

Στο ΣΤ’ βιβλίο, Ερατώ, συνεχίζεται η εξιστόρηση της επανάστασης των Ιώνων, με την παράθεση των επιθετικών ενεργειών του Δαρείου πριν από την Μάχη του Μαραθώνα. Ακόμη δίνεται η πρώτη εκστρατεία κατά της Ελλάδας που τελειώνει με την Μάχη του Μαραθώνα. Μέσα σ’ αυτήν την εκστρατεία, περιγράφονται πράγματα που έγιναν στην Ελλάδα, όπως η προσφορά των Αιγινητών για υποταγή στον Δαρείο και η παρέμβαση Σπαρτιατών και Αθηναίων, που ανάτρεψαν την κατάσταση στην Αίγινα, η δράση του βασιλιά της Σπάρτης, Κλεομένη Α’, η στάση του Μαντείου των Δελφών, η καταστροφή της Ερέτριας και κλείνει με την αποχώρηση των Περσών και την τύχη των Ερετριέων αιχμάλωτων καθώς και του νικητή του Μαραθώνα, Μιλτιάδη.

Στο Ζ’ βιβλίο, Πολυμνία, λέει για τον θάνατο του Δαρείου και την άνοδο στον θρόνο του Ξέρξη, του οποίου την ιστορία και την δράση θα συνεχίσει και στα υπόλοιπα βιβλία. Περιγράφεται η συγκέντρωση του περσικού στρατού στην Θεσσαλία, η ζεύξη του Ελλησπόντου, η απαρίθμηση του στρατού και του ναυτικού του Ξέρξη, η αποστολή πρεσβειών από τις ελληνικές πόλεις στο ’ργος, στη Σικελία, στην Κέρκυρα και στην Κρήτη με σκοπό να συγκροτηθεί Πανελλαδικό μέτωπο εναντίον των Περσών. Και κλείνει με την περιγραφή της μάχης των Θερμοπυλών.

Στο Η’ βιβλίο, Ουρανία, συγκεντρώνει την προσοχή του στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Αναφέρει την ναυμαχία του Αρτεμισίου και τις κινήσεις των Περσών στη Βοιωτία και την Αθήνα. Ενώ στη συνέχεια, δίνει τα συμβούλια των Ελλήνων, την εκκένωση της Αθήνας και την απόπειρα των Περσών κατά των Δελφών. Έπειτα ο Ηρόδοτος δίνει τα αποτελέσματα της νίκης της Σαλαμίνας και την αποχώρηση του περσικού στόλου και του περσικού στρατού στη Θεσσαλία. Μετά, επανέρχεται στις επιχειρήσεις ξηράς και την προετοιμασία για την μεγάλη μάχη των Πλαταιών. Στο τέλος γίνεται λόγος για την Μακεδονική δυναστεία και το ρόλο του Αλεξάνδρου Α’.

Στο Θ’ βιβλίο, Καλλιόπη, ασχολείται με την εκστρατεία του Μαρδονίου στην Αττική, την κινητοποίηση των Σπαρτιατών που φτάνουν για ενίσχυση των Αθηναίων και τα προκαταρκτικά της μεγάλης μάχης των Πλαταιών, η ίδια η μάχη και οι συνέπειες της νίκης των Ελλήνων. Τέλος, δίνεται ο επιθετικός πια πόλεμος των Ελλήνων και τελειώνει με την κατάληψη της Σηστού από τους Αθηναίους.

Για τη συγγραφή του έργου του χρησιμοποίησε τα έργα των λογογράφων, τα αρχεία των πόλεων και κάθε άλλη επίσημη αναγραφή και τέλος συλλογές χρησμών. Κύρια όμως πηγή του έργου του αποτέλεσαν οι προφορικές παραδόσεις και η προσωπικές αναζητήσεις. Πολλές φορές κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, όπως γίνεται με το Θέρσανδρο τον Ορχομένιο, τον Τύμνη το Σκύθη κ.ά. Τα τέσσερα πρώτα βιβλία απομακρύνονται από την ιστορία και θεωρούνται περισσότερο πολιτικές πληροφορίες, μύθοι και ανέκδοτα. Μεγαλύτερη συνοχή έχουν τα πέντε υπόλοιπα βιβλία.

Οπωσδήποτε το έργο του δεν περιορίζεται μόνο στην αφήγηση μαχών, αλλά αναλύει ήθη, έθιμα, θρησκευτικές δοξασίες και θεωρίες για τη διακυβέρνηση μιας πολιτείας, παράλληλα προβάλλει δε τη σημασία της ελευθερίας των πολιτών στα πλαίσια του νόμου για τη σωστή λειτουργία του πολιτεύματος. Η γλώσσα του Ηροδότου είναι η νέα ιωνική που προήλθε από την επίδραση της ομηρικής γλώσσας, με την προσθήκη αττικών και δωρικών τύπων.

Χρησιμοποιώντας ως βάση του έργου που ο ίδιος ονόμασε «Ιστορίης απόδεξις», δηλαδή έκθεση της ιστορικής έρευνας, την αυτοψία, την έρευνα και την κριτική, ο Ηρόδοτος πλησίασε πρώτος την ιστορία, χωρίς όμως να μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός ιστορικός. Παρά το γεγονός αυτό, το έργο του συνολικά είναι μια αξιόπιστη πηγή και η μόνη συνεχής και πλήρης που είναι διαθέσιμη για μια τόσο σημαντική εποχή της ιστορίας. Ο Ηρόδοτος διέσωσε στην ανθρώπινη μνήμη κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονότα και δικαίωσε τον χαρακτηρισμό που του έδωσε ο Ρωμαίος ρήτορας Κικέρωνας, “πατέρα της ιστορίας”, αφού ήταν ο πρώτος που κατανόησε την αξία που έχει για τον άνθρωπο η ιστορία, ποια γεγονότα μπορούν να θεωρηθούν ιστορικά και κατέβαλε αξιόλογη προσπάθεια για αμερόληπτη και αντικειμενική έκθεση των γεγονότων. Παράλληλα μπορεί να θεωρηθεί πατέρας της γεωγραφίας και πρόδρομος όλων των περιηγητών.

=======================

Ιππκράτης ο Κώος

ANAΡΤΗΘΗΚΕ 29/03-2011

Η μεγαλύτερη διάνοια στον τομέα της ΙΑΤΡΙΚΗΣ στους χρόνους της αρχαιότητας. Υπήρξε από τους λίγους μεγάλους άνδρες που η αξία τους αναγνωρίστηκε από τους σύγχρονούς του. Θεωρούνταν άνθρωπος με εξαιρετικές ιατρικές ικανότητες, σεμνός, αφιλοκερδής και απαράμιλλος διδάσκαλος. Όλες του αυτές οι ιδιότητες τον έκαναν γρήγορα διάσημο, όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, αλλά και στο εξωτερικό.

Γεννήθηκε στην Κω το 460 π.Χ. και πέθανε, κατά το Σωρανό, (επειδή η ακριβής χρονολογία του θανάτου του δεν είναι γνωστή) το 377 π.Χ. σ’ ένα σημείο μεταξύ του Τύρναβου και της Λάρισας. Αυτή φαίνεται και η επικρατέστερη εκδοχή για το θάνατό του, μια και το 1826 βρέθηκε κοντά στη Λάρισα πλάκα, όπου γραφόταν το όνομα του Ιπποκράτη που διασώθηκε από φιλέλληνα Τούρκο μπέη.

Ο Ιπποκράτης θεωρήθηκε απόγονος του ίδιου τουΑΣΚΛΗΠΙΟΥ  και συγκεκριμένα ο 17ος.

Σπούδασε στο ασκληπιείο της Κω, όπου και κατέλαβε το αξίωμα του αρχιερέα ασκώντας και διδάσκοντας ΙΑΤΡΙΚΗ . Για τις πολύτιμες υπηρεσίες του στον τομέα της επιστήμης του, αλλά και για τις προσπάθειές του να ταξινομήσει συστηματικά την ιατρική και για την εισαγωγή μεθόδου στη θεραπεία, ονομάστηκε “ο πατέρας της ιατρικής”.

Σύμφωνα με το μύθο ο Ιπποκράτης πήγε στα    ΑΒΔΗΡΑ για να θεραπεύσει το Δημόκριτο που έπασχε από ψυχικό νόσημα. Η επαφή αυτή του Ιπποκράτη με το μεγάλο αυτό σοφό άνδρα χαρακτηρίζει όλη τη μετέπειτα ζωή του ιατρού. Σε αυτή, καθώς και στις άμεσες και έμμεσες επαφές με τα μεγάλα πνεύματα της εποχής του, Σωκράτη, Πλάτωνα κ.ά. οφείλεται και η διαμόρφωση του αφιλοκερδούς χαρακτήρα του.

Τελειώνοντας τις σπουδές του άρχισε μεγάλη περιοδεία που κράτησε 12 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας του έδειξε πάντοτε προθυμία να προσφέρει τις ιατρικές υπηρεσίες του, πολλές φορές μάλιστα χωρίς αμοιβή. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, δέχτηκε πρωτοφανείς εκδηλώσεις αγάπης και ο δήμος τον πολιτογράφησε Αθηναίο πολίτη.

Γυρίζοντας στην Κω διαδέχεται στο ασκληπιείο τον πατέρα του Ηρακλείδη, επίσης γιατρό και παραμένει εκεί γιατρεύοντας και διδάσκοντας, ώσπου, φτάνοντας σε μεγάλη ηλικία, άφησε τη διεύθυνση της σχολής στο γαμπρό του Πόλυβο και ξανάφυγε στη Θεσσαλία, όπου και πέθανε σε ηλικία 90 χρόνων.

Πεθαίνοντας άφησε 2 γιους, επίσης γιατρούς, το Θεσσαλό και το Δράκοντα. Από αυτούς ο Θεσσαλός έγινε βασιλικός γιατρός του Αρχέλαου της Μακεδονίας, ενώ ο γιος του Δράκοντας, επίσης γιατρός, ήταν προσωπικός γιατρός της συζύγου του Μ. Αλέξανδρου Ρωξάνης.

Ο Ιπποκράτης υπήρξε μια από τις πιο αγαπητές φυσιογνωμίες της εποχής του. Μεγάλοι φιλόσοφοι, όπως ο ΠΛΑΤΩΝ και οΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣτον αναφέρουν στα έργα τους. Ο ξακουσμένος γιατρός της αρχαιότητας Γαληνός τον θεωρεί ως το μεγαλύτερο γιατρό των αιώνων και μεγάλο συγγραφέα. Καταπιάστηκε με όλους τους κλάδους της ιατρικής επιστήμης και σ’ όλους διέπρεψε. Ο Ιπποκράτης και οι μαθητές του συντέλεσαν πάρα πολύ στη συστηματοποίηση και το ανέβασμα της ιατρικής επιστήμης.

Ο Ιπποκράτης φημίζεται και για την πληθώρα των ιατρικών έργων που έγραψε. Η ιατρική του συλλογή κειμένων αποτελείται από 69 έργα και θεωρείται προγενέστερη του Αριστοτέλη. Η σημερινή τους μορφή οφείλεται στις διασκευές και στις ταξινομήσεις που έγιναν πάνω στο έργο του από μεταγενέστερους συγγραφείς γύρω στο 300 π.Χ. ιδιαίτερα από το Βακχείο και Ηρόφιλο. Η ταξινόμησή τους σε:

  • σημειωτικά
  • φυσικά και αιτιολογικά
  • θεραπευτικά
  • επίμεικτα και
  • αφορώντα εις τα συντείνοντα στην τέχνη του λόγου

έγινε τον α’ μ.Χ αιώνα από τον Ερωτιανό που σχολίασε και τις κατηγορίες αυτές.

Από τα σπουδαιότερα έργα του είναι: το Περί αγρών, Περί αέρων, υδάτων και τόπων, Περί άρθρων, Περί αρχαίης ιατρικής, Αφορισμοί, Περί διαίτης οξέων, Περί ενυπνίων, Περί επιδημιών το πρώτον, Περί επιδημιών το τρίτον, Μοχλικός, Νόμος, Όρκος, Περί τροφής. Τα έργα αυτά θεωρούνται και τα μόνα αυθεντικά από τα 69 του καταλόγου από το μελετητή του Ιπποκράτη Littre.

================================================

ΑΓΙΟΣ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ (ανάρτηση- 28/03-2011)

Φανούριος.bmp
“Ο νεοφανής Άγιος Φανούριος είναι, στη λαϊκή μας παράδοση, μέγας ευρετής απωλεσθέντων αντικειμένων. Αυτή ακριβώς η ιδιότητα δημιoύργησε το ιδιότυπο λατρευτικό υπόβαθρο της προσφοράς κατά την ημέρα της εορτής του (27 Αυγούστου) εθιμικών άρτων και γλυκισμάτων, τα οποία, αφού ευλογηθούν από τον ιερέα, μοιράζονται στους παρευρισκομένους.
Η σύνδεση του Αγίου με τα χαμένα αντικείμενα είναι παρετυμολογική: Ο Φανούριος φανερώνει! Η λατρεία του Αγίου Φανουρίου φαίνεται ότι ξεκινά από τη Ρόδο, όπου κατά την παράδοση βρέθηκε η εικόνα του, όταν έσκαβαν σε ερείπια παλαιού ναού έξω από τα τείχη της πόλης. Η αμφίεσή του παρέπεμπε σε στρατιωτικό Άγιο. Σε ειδικά εικονίδια πάνω στην ίδια εικόνα υπήρχαν σκηνές από το μαρτύριο του Αγίου. Ο Μητροπολίτης Ρόδου Νείλος (1355-1369) διάβασε την επιγραφή “Άγιος Φανούριος”. Από τη Ρόδο η λατρεία του εξαπλώθηκε στα κοντινά νησιά και κυρίως στην Κρήτη, όπου υπάρχουν σήμερα τρία σπουδαία μοναστήρια στα οποία τιμάται και δεκάδες ναοί.
Στην προσφορά άρτων και γλυκισμάτων προς τον Άγιο Φανούριο ανιχνεύονται απηχήσεις των νεοελληνικών νεκρικών εθίμων, αφού το τάμα προς τον Άγιο σχετίζεται με τη μεταθανάτια τύχη των συγγενικών του προσώπων! Πιο συγκεκριμένα, η πίτα παρασκευάζεται “για να συγχωρέσει ο Θεός τση μάνας του Αγίου” ή “για συγχώριο της μάνας και της αδελφής του”, ενώ συχνά προστίθεται στην ομάδα των γυναικών και η αρραβωνιαστικιά του! Ο μελετητής της ελληνικής λαογραφίας Γιώργος Αικατερινίδης κατέγραψε μια ενδιαφέρουσα παράδοση για τη μητέρα του Αγίου στις βρύσες Μεραμπέλλου:
“Η μάνα του Αγίου δεν ηκαμε καλό ποτέ τζη. Μόνο ένα κρομμυδύφυλλο ήδωσε μια βολά σ’ένα διακονιάρη. Σαν απόθανε ήβραζε σ’ένα καζάνι με πίσσα και ο Άγιος αρώτησε: α-Γιάντα η μάνα μου είναι εκειά μέσα;
Ο Μιχαήλ Αρχάγγελος τ’απηλοήθηκε: -Γιατί δεν ήκαμε ποτέ καλό. Να ρίξομε το κρομμυδόφυλλο που ήδωσε κι ανέ τηνέ σηκώσει να βγει επάνω, να σωθεί…
Ερίξανε το κρομμυδόφυλλο και η μάνα ντου βγήκε στα χείλια του καζανιού μαζί με τρεις άλλες γυναίκες που πιαστήκανε κι αυτές από το κρομμύδι. Μα η μάνα ντου τώσε δίνει μια σπρωξιά και πέφτουνε πάλι μέσα. Τοτεσάς λέει ο Αρχάγγελος: Θωρείς πως κι επαέ είναι ακόμη κακή.
Τοτεσάς ο Άγιος Φανούριος ζήτησε μια χάρη: Να μην πηγαίνουνε πράμα γι’αυτόν, μόνο για τη μάνα ντου για να λένε να τση συγχωρέσει ο Θεός…”
Οι παραλλαγές της παράδοσης για την αμαρτωλή μητέρα του Αγίου Φανουρίου που ακούγονται σ’όλη την Ελλάδα είναι δεκάδες. Ακόμη και ως ειδωλολάτρης που δεν ασπάστηκε το Χριστιανισμό αναφέρεται. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σημειώνει στο διήγημά του “Γουτού Γουπατού” – χωρίς να αναφέρει τίποτα περισσότερο : “Όσοι επικαλούνται τον Άγιο Φανούριον οφείλουν να λέγουν: Θεός σχωρέσ’ τη μητέρα του Αγίου Φανουρίου. Θεός σχωρέσ’ την.” (Νίκος & Μαρία Ψιλάκη, “Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης”)
“Τον Άγιο Φανούριο έκανε αρκετά δημοφιλή η παρήχηση του ονόματός του προς το φαίνω, φανερώνω. Είναι ο Άγιος που φανερώνει τα χαμένα ζώα ή πράγματα και την τύχη. Γι’αυτό στις εικόνες παριστάνεται να κρατά στο χέρι αναμμένο κερί και στην πίστη του λαού έχει θέση μάντη. Εννοείται ότι το αίτημα συνοδεύεται και με ορισμένα τάματα. Π.χ. οι γυναίκες της Παρνασσίδας, όταν έχουν πράγμα χαμένο τάζουν:
Άγιε μου Φανούριε, φανέρωσέ μου το… και θα σου κάνω μια κουλούρα για την ψυχή της μάνα σου! (Η μάνα του Αγίου έχει πολλές αμαρτίες). Ύστερα νειρεύονται αυτό που έχασαν και το βρίσκουν. Τότε κάνουν μια κουλούρα και τη μοιράζουν στα μικρά παιδιά λέγοντας: “Πάρτε να σ’χωρέστε” (δηλαδή τη μάνα του Αγίου). (Αράχωβα).
Πίτα κάνουν και οι ανύπαντρες για να τους βρει γαμπρό. (Κρήτη)” (Γ.Α.Μέγας, “Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας”)
“Για τον Άγιο Φανούριο ο λαός μας λέει πολλά. “Είναι ο Άγιος”, λένε οι ξώμαχοί μας, “που φανερώνει τα κλεμμένα ζα και τα χαμένα πράγματα”. Καμιά φορά πιστεύουν πως φέρνει και την καλή τύχη στον άνθρωπο. Του φανερώνει το δρόμο τον καλό. “Του φέγγει”, λέει ο λαός για κάποιον που τον πάει καλά η τύχη του. “Του φέγγει ο Άγιος Φανούριος”. Γι’αυτό στις εικόνες παριστάνεται να κρατάει στο χέρι κερί αναμμένο και να φωτίζει. “ (Βασίλη Λαμνάτου, “Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας”)
“Στην Κύπρο, στην Κρήτη και σε άλλες περιοχές, ο Άγιος μπορεί να φανερώσει στην κάθε ανύπαντρη κοπέλα το μέλλοντα σύζυγό της! “Οι ανύπαντρες κοπέλες που θέλουν να παντρευτούν ετοιμάζουν φανουρόπιτα για να φανερωθεί ο υποψήφιος γαμπρός”. Στη Σκιάθο “πίτα στον Άγιο τάζουν και οι γυναίκες που τον παρακάλεσαν να τους φανερώσει το γαμπρό που θα κάμουν στην κόρη τους”. Στη Φλώρινα, η φανουρόπιτα (που την πάνε οι ελεύθερες κοπέλες στην εκκλησιά) χρησιμοποιείται ως ονειρομαντικό μέσον με ένα κομμάτι που βάζουν κάτω απ’το προσκέφαλο (ο Άγιος θα φανερώσει το μέλλοντα σύζυγο).  [...]
Συνήθως η Φανουρόπιτα παρασκευάζεται με επτά ή εννιά υλικά! Η επιλογή των αριθμών αυτών δεν είναι καθόλου τυχαία, μια και είναι γνωστός ο ρόλος των αριθμών στις μαντικές και μαγικές πρακτικές. Τα επτά ή εννιά υλικά φαίνεται να ενισχύουν ακόμα περισσότερο τη δύναμη της πίτας! [...]
Φανουρόπιτα Δράμας:
1 ποτήρι λάδι.
1 ποτήρι ζάχαρη.
1 ποτήρι χυμό πορτοκάλι.
1 κουταλιά κουταλιά ξύσμα πορτοκαλιού
3 ποτήρια αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
1 κουταλάκι σόδα
1 κουταλιά κανελογαρύφαλα
1/2 ποτήρι καρύδια χοντροκομμένα
1/2 ποτήρι μαύρες σταφίδες
Χτυπάμε το λάδι με τη ζάχαρη, προσθέτουμε το ξύσμα και το χυμό του πορτοκαλιού και τέλος το αλεύρι ανακατεμένο με τα υπόλοιπα υλικά. Αδειάζουμε το χυλό σε ταψί Νο 28 και ψήνουμε σε μέτριο φούρνο για 45-50 λεπτά. Όταν κρυώσει λίγο, πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη.” (Νίκος & Μαρία Ψιλάκη, “Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης”)

==========================================

Μαρίνος Αντύπας (1872-1907)

– Ο διαφωτιστής των κολίγων

ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ 26/03-2011

Μαρίνος Αντύπας«Πολλάκις εδοκίμασα την λόγχη και την φυλακή, κατανοήσας έτσι ότι η πρόοδος της ιδέας έχει ανάγκην αυτοθυσίας και ότι το δέντρο του αγώνα ποτίζεται με αίμα και όχι με νερό».
Μαρίνος Αντύπας

Ο Μαρίνος Αντύπας υπήρξε αγωνιστής του αγροτικού κινήματος κι ο πρώτος που αγωνίστηκε εμπράκτως για να αφυπνίσει τους εξαθλιωμένους κολίγους, παρ’ ότι ο ίδιος δεν ήταν αγρότης. Ήταν υπέρμαχος των λαϊκών ελευθεριών και των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου, κυρίως των ανθρώπων του μόχθου. Αγωνίστηκε σ’ όλη του τη ζωή για την αφύπνιση του λαού, και μάλιστα των αγροτικών και εργατικών τάξεων.

Γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Φερεντινάτα, της περιοχής Πυλαρού στην Κεφαλλονιά, το 1872. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Σπύρου Αντύπα και της Αγγελίνας το γένος Κλαδά από το Αργοστόλι. Αδέλφια του ήταν ο Μπάμπης ή (Μπαούτας) και η Αδελαΐς. Ο πατέρας του ήταν ξυλουργός και ξυλογλύπτης και ζούσε από το επάγγελμά του. Έτσι ο Μαρίνος Αντύπας κατόρθωσε να τελειώσει το γυμνάσιο με πολλές στερήσεις, που έγιναν ακόμη μεγαλύτερες όταν, σε ηλικία 17 ετών, πήγε να ζήσει στην Αθήνα ως φοιτητής της Νομικής Σχολής, χωρίς εντέλει να αποπερατώσει τις σπουδές του και να πάρει το πτυχίο του νομικού. Ο Μαρής, όπως τον φώναζαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, ως φοιτητής ήρθε σε στενή επαφή με προοδευτικούς, δημοκρατικούς και σοσιαλιστικούς κύκλους της Αθήνας, που επέδρασαν σημαντικά στον ιδεολογικό του προσανατολισμό, γίνεται μέλος του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Καλλέργη και μάλιστα στις αρχές Φεβρουαρίου 1896 ήταν ομιλητής σε συγκέντρωση 200 περίπου χωρικών στη Βιτρίτσα, όπου μίλησε για τον Σοσιαλισμό. Αργότερα, με τη διάσπαση του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου, συνεργάστηκε για ένα διάστημα με τον Σοσιαλιστικό Σύνδεσμο «Κόσμος», ενώ αργότερα έγινε μέλος του Σοσιαλιστικού Συλλόγου.

Όταν ξέσπασε η Κρητική Επανάσταση του 1896, ο Αντύπας με άλλους φοιτητές κατέβηκε εθελοντής αγωνιστής στην Κρήτη. Σε μια σύγκρουση όμως με τους Τούρκους, τραυματίστηκε σοβαρά στο στήθος και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα. Στην Αθήνα άρχισε να οργανώνει δημόσιες ομιλίες για τον Σοσιαλισμό και τις επαναστατικές ιδέες, ενώ τον ίδιο χρόνο (1897) οργάνωσε και μίλησε σε συλλαλητήριο στην Ομόνοια εναντίον των Μεγάλων Δυνάμεων και του βασιλικού καθεστώτος της Ελλάδας, κατηγορώντας τους για την ήττα στον πόλεμο του χρόνου αυτού και ζήτησε την εξακολούθηση του πολέμου κατά των Τούρκων μέχρι τέλους. Για το συλλαλητήριο αυτό συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη, στις 8 Ιανουαρίου 1898, όπου καταδικάστηκε σε έναν χρόνο φυλάκιση στις φυλακές της Αίγινας, αποκτώντας τον χαρακτηρισμό του επικίνδυνου. Η υπ΄αριθμόν 4176 διαταγή του Υπουργείου Δικαιοσύνης δίνει αυστηρή εντολή «Να μπει ο Αντύπας στην απομόνωση και να μην συνδιαλέγεται κανένας μαζί του. Σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του Αντύπα προς τα παραπάνω να τον δέσουν μέσα στο κελί και να τον θέσουν “υπό άναλον δίαιτα”».

Μετά την αποφυλάκισή του, προσπάθησε να συνεχίσει τις σπουδές του, αλλά τελικά τις εγκατέλειψε και επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του το 1900. Τότε γνώρισε την Βασιλικούλα Καλομοίρη κόρη σταφιδέμπορα από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η κυρία «Κούλα», όπως την έλεγαν στο χωριό, ήταν γυναίκα από αρχοντική οικογένεια, αγάπησε τον Αντύπα και φύλαγε τα γράμματα του μέχρι τελευταία που πέθανε. Ο Αντύπας εκδίδει εκεί την εφημερίδα «Ανάστασις», όπου το πρώτο φύλλο της κυκλοφόρησε στις 29 Ιουλίου του 1900. Το περιεχόμενο του πρώτου φύλλου προκάλεσε την καταδίωξη του Αντύπα και την εισαγωγή του σε δίκη, με αποτέλεσμα τη διακοπή της έκδοσης της εφημερίδας. Όμως από τις 3 Ιουλίου 1904 ως τις 27 Απριλίου 1907 συνεχίστηκε η έκδοσή της χωρίς καμιά διακοπή.

Τα πιστεύω του, συμπύκνωσε στο τελευταίο του άρθρο, με τίτλο «ΤΙ ΕΙΜΑΙ», όπου, μεταξύ άλλων, γράφει:
«Είμαι σοσιαλιστής όνομα και πράγμα, φέρω τον τίτλο μου πιστώς και υπερηφάνως. Πιστεύω ως παντοκράτορα, ποιητή ορατών τε και αοράτων, την εργασίαν, και ως ομοούσιον και αχώριστον τριάδα της ευτυχίας και της ειρήνης, την Ελευθερία, την Ισότητα και την Αδελφότητα».

Παράλληλα, ο Αντύπας ιδρύει στην Κεφαλλονιά την πολιτικοεκπαιδευτική λέσχη «Λαϊκό Αναγνωστήριο “Η ισότης”», δημιουργώντας και νέα προβλήματα στις αρχές, που τον οδηγούν σε δίκη, η οποία όμως είχε ως αποτέλεσμα την αθώωσή του. Η κοινωνική και πολιτική του δραστηριότητα δεν περιορίστηκε μόνο στην Κεφαλλονιά αλλά ξεδιπλώθηκε και στην Αθήνα. Έπαιρνε ενεργό μέρος στη διοργάνωση συλλαλητηρίων. Στον Πειραιά, μάλιστα, είχε σχέσεις με τον πρόεδρο των εργατικών σωματείων, Ανάργυρο Φαρδούλη.

Το 1903, λόγω των διώξεων εναντίον του, ο Αντύπας έκανε ένα, καθοριστικό για τη ζωή του, ταξίδι στον πλούσιο γεωπόνο θείο του Γεώργιο Σκιαδαρέση, που διέμενε στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας και ύστερα από πολλές συζητήσεις τον έπεισε να επενδύσει αγοράζοντας γη στο θεσσαλικό κάμπο. Πράγματι ο Σκιαδαρέσης, μαζί μ’ έναν άλλο συμπατριώτη του, τον Αριστείδη Μεταξά, αγόρασε στην περιοχή των Τεμπών ένα μεγάλο κτήμα 300.000 στρεμμάτων.

Κορύφωση της πολιτικής του δραστηριότητας ήταν η υποψηφιότητά του ως βουλευτής Κρανιάς κατά τις βουλευτικές εκλογές του 1906. Απέτυχε η υποψηφιότητά του με μικρή μειοψηφία, μαζεύοντας 2.550 ψήφους εργατών και χωρικών. Την ίδια χρονιά βαφτίζει στην Κεφαλλονιά τα παιδιά ενός φίλου του και ενός βοηθού του πατέρα του δίνοντάς τους τα ονόματα Αναρχία και Επανάσταση. Οι γονείς των παιδιών, αλλάζουν ύστερα από χρόνια τα ονόματα και μετατρέπουν το Αναρχία σε Άννα και το Επανάσταση σε Ανάσταση. Μετά την αποτυχία του στις βουλευτικές εκλογές, ο Αντύπας, ύστερα από πρόσκληση του θείου του Σκιαδαρέση, εγκατέλειψε την Κεφαλλονιά και έφθασε στη Θεσσαλία, όπου ανέλαβε τη διεύθυνση των κτημάτων του θείου του, μαζί με τον Παναγιώτη Σκιαραδέση, τον Ιούνιο του 1906. Η έκταση αποτελούσε πρώην τσιφλίκι του Αλή Πασά και η πλευρά Σκιαδαρέση παίρνει την περιοχή που έχει έδρα το Λασποχώρι (Ομόλιο).

ΤσιφλικάδεςΕκεί συνάντησε μια κατάσταση που δεν μπορούσε να τον αφήσει ανεπηρέαστο. Οι σχέσεις ιδιοκτησίας πάνω στη γη είχαν μείνει όπως ήταν επί τουρκοκρατίας. Το ίδιο συνέβαινε και με τις συνθήκες εργασίας των χωρικών στα χτήματα των τσιφλικάδων. Είναι γνωστό άλλωστε πως το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα, δηλαδή η απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και το μοίρασμά τους στους αγρότες, δε λύθηκε μετά την Επανάσταση του ’21 αλλά μετατέθηκε για έναν αιώνα μετά ενώ στη Θεσσαλία έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις. Η Θεσσαλία προσαρτήθηκε στην Ελλάδα το 1881, ύστερα από την υπογραφή ειδικής σύμβασης ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις και την Τουρκία στο πλαίσιο του Συνεδρίου του Βερολίνου. Όμως τίποτα δεν άλλαξε στη ζωή των αγροτών του θεσσαλικού κάμπου. Η γη απλώς άλλαξε χέρια και τον Τούρκο δυνάστη διαδέχτηκε ο Έλληνας ο οποίος πολύ συχνά αποδεικνυόταν χειρότερος του προκατόχου του. Επειδή η απελευθέρωση δεν έγινε επαναστατικά, οι Τούρκοι ιδιοκτήτες των τσιφλικιών είχαν το δικαίωμα να πουλήσουν φεύγοντας τις περιουσίες τους, κυρίως σε πλούσιους Έλληνες γαιοκτήμονες και επιχειρηματίες. Οι καινούργιοι τσιφλικάδες ήταν πλούσιοι ομογενείς του παροικιακού Ελληνισμού, που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της ελληνικής κυβέρνησης για επενδύσεις. Γεωργοεπιχειρηματίες, μορφωμένοι, γλωσσομαθείς ήτανε οι αγοραστές της γης και αποτέλεσαν την υψηλή κοινωνία της Θεσσαλίας. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έμεναν ποτέ στα τσιφλίκια και ανέθεσαν τη διαχείρισή τους σε επιστάτες–διαχειριστές, ή τα ενοικίαζαν σε άλλους που τα εκμεταλλεύονταν χωρίς όρια. Η χειρότερη κατηγορία τσιφλικάδων ήταν οι πρώην επιστάτες–διαχειριστές των μεγάλων κτημάτων, που έφτιαξαν περιουσία, εκμεταλλευόμενοι και τους κολίγους και τα αφεντικά τους. Μια στατιστική στα 1911 απαριθμεί 848 μεγάλα τσιφλίκια σ’ όλη την Ελλάδα η μισή δηλαδή καλλιεργήσιμη γη της χώρας ανήκε στους τσιφλικάδες μη εξαιρουμένου και του μοναστηριακού κλήρου, Απ’ αυτά, περίπου 400 τσιφλίκια βρίσκονταν στην Θεσσαλία και εργάζονταν σ’ αυτά το 50% του αγροτικού πληθυσμού της. Η περιουσία των τσιφλικάδων, οι οποίοι είχαν τεράστια πολιτική επιρροή, προστατεύονταν από τον νόμο που απαγόρευε την απαλλοτρίωση ή τον εξαναγκασμό σε πώληση των τσιφλικιών και ειδικά αυτών της Θεσσαλίας, ενώ με ειδική παράγραφο απαγορεύονταν η θέσπιση διατάξεων που θα άλλαζαν το καθεστώς των κολίγων στα τσιφλίκια.

O τσιφλικάς είχε την δυνατότητα να προσλαμβάνει ή να απολύει τον κολίγο χωρίς καμιά δικαιολογία, σύμφωνα δε με τον εσωτερικό κανονισμό των τσιφλικιών ο κολίγος δεν είχε κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα στην οικία που έμενε, όφειλε να παράγει ορισμένη ποσότητα καρπών από την οποία έπρεπε να δίνει το ένα τρίτο, ενώ σε περίπτωση θανάτου η οικογένειά του διωχνόταν από το τσιφλίκι. Κάτω απ’ την αυστηρή επίβλεψη των επιστατών, χιλιάδες οικογένειες ζούσαν σαν δουλοπάροικοι στα θεσσαλικά τσιφλίκια. Οι δυνατότητες διαμαρτυρίας και οι προσπάθειες οργάνωσης αντιμετωπίζονταν από την αστυνομία και τις δικαστικές αρχές με σκληρό και άδικο τρόπο σ’ όφελος των τσιφλικάδων, πολλοί από τους οποίους ήταν και βουλευτές.

ΚολίγοιΟι κολίγοι που δούλευαν στα τσιφλίκια, μαρτυρούσαν και υπόφεραν γιατί το αφεντικό γύριζε όλη τη μέρα στα κτήματα καβάλα στ’ άλογό του, με το κουρμπάτσι στο χέρι και το γκρα στον ώμο. Όπως γράφει ο ιδρυτής του Αγροτικού Κόμματος, Δημήτριος Μπούσδρας «Οι καλλιεργηταί, όπως και πρώτα υποχρεούντο να δίδωσιν εις τον γαιοκτήμονα (αφέντην), το τρίτον ή το ήμισυ των παραγομένων καρπών, ενοίκιον διά τη βοσκήν των κτηνών, μέγαν αριθμόν ορνίθων και αμνών, ικανήν ποσότητα τυρού, βουτύρου, καυσοξύλων, αιγών, πεπονιών, χόρτου και αχύρου, να στέλλωσιν εν θήλυ μέλος, ίνα ζημώνη και ψήνη το ψωμί της επιστασίας, λείψανον του δικαιώματος της πρώτης νυκτός: Οι τσιφλικούχοι εξουσίαζον το σώμα των γυναικών και των θυγατέρων των κολίγων… Κατώκουν εις τρώγλας και πολλοί συνέτρωγον εν τη αυτή φάτνη με τους όνους των, θνήσκοντες δε, και με αιμάσσουσαν καρδίαν, ητένιζον τα πέριξ της κλίνης του θανάτου τέκνα των, διότι τα εγκατέλειπον άστεγα… Οσάκις δε υπεδέχοντο τον αφέντην επισήμως, γονυπετείς, εσύροντο, εκτύπων το χώμα με το μέτωπον τρεις φορές και εφίλουν τον αριστερόν πόδα του. Γενικώς δε ειπείν αι μεγάλαι πιέσεις, αι εξαθλιώσεις και αι αφόρητοι ταπεινώσεις δίκην μαστιγίου, έπληττον τα νώτα και είχον κάμει τους χωρικούς δέκτας ενός επαναστατικού ευαγγελίου…». Ο δικηγόρος εκδότης της εφημερίδος «Πανθεσσαλική», Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης, σε μια μελέτη του που εκδόθηκε στα 1906, αναφέρει: «Η Θεσσαλία επί Τουρκοκρατίας, δεν ετυραννείτο από τους Τούρκους αλλ’ από τους κοτζαμπάσηδες διά των Τούρκων… Μετά την προσάρτησιν αι ελληνικαί κυβερνήσεις παρέδωσαν τη Θεσσαλίαν εις νέαν εκμετάλλευσιν, και εις νέαν τυραννίαν ολίγον διαφέρουσαν, αν μη χείρονα της πρώτης. Την παρέδωσαν εις τον κοτζαμπασισμόν και την τοκογλυφίαν… Οι χωρικοί όθεν και οι κολίγοι της Θεσσαλίας εκτός της αρπαγής του Αλή, και της βίας του Σουλτάνου, υπέστησαν νέαν βίαν εκ μέρους της κυβερνήσεως της γλυκειάς των Πατρίδος, η οποία, διά της χωροφυλακής, διά των αστυνόμων, διά των νομαρχών και διά των εισαγγελέων, απειλούσα διωγμούς, φυλακίσεις και εξώσεις, ηνάγκασε τους κολίγους να παραιτηθώσιν άκοντες παντός δικαιώματος, το οποίο είχον επί των αγρών των, και να συναινέσωσιν εις την κατάλυσιν παντός περιορισμού της κυριότητος των τσιφλικίων όστις υφίστατο υπό το κράτος της σουλτανικής κυριαρχίας».

Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Αντύπας δεν έχει καμία σχέση με τη μέχρι τότε εικόνα του βίαιου και άξεστου επιστάτη που αποτελούσε το «μαντρόσκυλο» του εκάστοτε μεγαλοτσιφλικά. Το λεξικό της εφημερίδας «Ανεξάρτητος» την περίοδο του μεσοπολέμου αναφέρει:
«Δεν ήτο ο επιστάτης, το όργανον δηλαδή ενός φεουδάρχου, αλλά ο παλαιός Αντύπας. Καθημερινώς επροπαγάνδιζε την χειραφέτησιν των σκλάβων αγροτών. Έκαμε διαλέξεις, περιοδείας εις τα γύρω χωριά (περιφερείας Πυργετού) και με μίαν λέξιν ύψωσε την σημαίαν του Αγροτισμού. Βεβαίως δεν επροπαγάνδιζε την χωρίς καμμίαν αποζημίωσιν απαλλοτρίωσιν των τσιφλικίων αλλά “την παραχώρησιν τούτων εις τους γεωργούς κατόπιν δικαίας και λογικής αποζημιώσεως των τσιφλικιούχων”. Διά την εποχήν εκείνην όμως η προπαγάνδα αυτή ήτο μία επαναστατική προπαγάνδα».

Ο Αντύπας αποδεικνύεται, δηλαδή, όχι επιστάτης του ιδιοκτήτη θείου του, αλλά «επιστάτης» των δικαιωμάτων των κολίγων και των ελευθεριών των ταπεινωμένων. Σύμμαχος σε αυτές του τις ενέργειες βρίσκει τον θείο του, που, παρ’ ότι μεγαλοϊδιοκτήτης, συναινεί στις ενέργειες του Αντύπα για περισσότερες παροχές στους κολίγους. Έτσι, με το θείο του ως σύμμαχο βάζει δυναμίτη στον θεσσαλικό κάμπο: Παραχωρεί στους κολίγους εκτάσεις για βοσκοτόπια, για να χτίσουν σπίτια στη θέση των καλυβιών που μένουν μέχρι τότε, τους παραχωρεί το δικαίωμα να κρατούν το 75% της παραγωγής αντί για το 25% που ίσχυε μέχρι τότε, εφαρμόζει τις αργίες, όπως αυτή της Κυριακής πριν ακόμη καθιερωθεί από το κράτος, κάτι που θα γινόταν το 1910, χτίζει σχολεία για τα παιδιά τους, τους οργανώνει σε αγροτικούς συνδέσμους. Ο Γ. Καψάλης στο βιβλίο του «Μαρίνος Αντύπας» αναφέρει χαρακτηριστικά: «Είναι Κυριακή απόγευμα, ένας τελάλης φωνάζει στους δρόμους του χωριού για τη σύναξη των κατοίκων στην πλατεία. Και είναι εκεί συνταγμένοι άντρες-γυναίκες. Τους μιλάει πως ο Σκιαδαρέσης, ο ιδιοκτήτης, τους χαρίζει τα χρέη, αφού κι αυτός μεσολάβησε. Πως από φέτος (1906) και κάθε χρόνο θα παραδίνουν μόνο το 25% της σοδειάς τους στον ιδιοκτήτη –και όχι το 75%, όπως έκαναν ως τότε. Και πως, όσοι θέλουν, μπορούν –με λογική τιμή– να αγοράσουν όσα στρέμματα θέλουν και να γίνουν ιδιοκτήτες οι ίδιοι. Πανζουρλισμός από εκδηλώσεις χάρης κι ευγνωμοσύνης. Τον θεωρούν “θεό” τους. Δεν προφταίνουν να τον αγκαλιάζουν και να τον φιλούν άντρες, γυναίκες, γεροντάκια, κοπέλες και παιδιά. Τους αναγγέλλει επίσης ότι στο Λασποχώρι θα ιδρύσει Γεωργική Σχολή…». Παράλληλα αλωνίζει ολόκληρο τον θεσσαλικό κάμπο μιλώντας στους αγρότες για τα δικαιώματα τους στη γη που οι ίδιοι καλλιεργούν και τους κινητοποιεί να απαιτήσουν δυναμικά τη διανομή της γης, με αποκορύφωμα το συλλαλητήριο στο Λασποχώρι αρχές του 1907.

Ο Αντύπας έγινε γρήγορα αρκετά αγαπητός ανάμεσα στους αγρότες, γιατί αποκάλυπτε διαρκώς τα σκάνδαλα και τις καταχρήσεις των τσιφλικάδων και των συνεργατών τους. Είχε ήδη διαμορφώσει μια προσωπική ιδεολογική θεώρηση που ήταν ένα μίγμα κοινωνικού χριστιανισμού, επαναστατικών στοιχείων της σοσιαλδημοκρατίας και αναρχικών ιδεών. Διακήρυσσε ότι η επανάσταση ήταν η μοναδική λύση στα δεινά. Ταυτόχρονα, έκανε και επαναστατική προπαγάνδα στους αγρότες, διατρέχοντας τα χωριά του νομού Λάρισας, με έναν από τους βασικούς του συνεργάτες τον Θανάση Καραλόπουλο. Ήδη από το 1906 το αγροτικό κίνημα στα χωριά της Λάρισας είχε γίνει ιδιαίτερα μαχητικό, με επικεφαλής το γιατρό Καραπαναγιώτη.

Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτά τα κηρύγματα και οι πράξεις του Αντύπα κάθε άλλο παρά περνούσαν απαρατήρητα στους μεγαλοτσιφλικάδες, που, ενώ έβλεπαν να έχουν τη συνενοχή της κυβέρνησης και την ανοχή των χωρικών, έβρισκαν ένα απρόσμενο αντίπαλο. Γρήγορα ήρθε σε σύγκρουση με τον Αριστείδη Μεταξά και με τον Κυριακό, οι οποίοι ήταν φίλοι του θείου του και είχαν έρθει στην Ελλάδα μαζί του από τη Ρουμανία. Ταυτόχρονα, οι κρατικοί μηχανισμοί άρχισαν να κινούνται εναντίον του. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1906, στο κέντρο της Λάρισας, σε κάποια συγκέντρωση, ο τότε νομάρχης Λάρισας Κ. Νιώτης, τον κατηγόρησε δημόσια. Ο θείος του, ο εξάδελφός του Παναγιώτης Σκιαδαρέσης, και ο Κεφαλλονίτης τηλεγραφητής Τζανάτος, του συμπαραστάθηκαν. Μάλιστα, ο Αντύπας συνελήφθη τότε και δικάστηκε για επαναστατική προπαγάνδα, αλλά η επίσημη κατηγορία ήταν ότι δήθεν επιτέθηκε στο γαιοκτήμονα και βουλευτή Αγιάς, Αγαμέμνονα Σλήμαν (γιος του αρχαιολόγου Ερρίκου Σλήμαν). Ο Αντύπας όμως συνέχισε απτόητος την προπαγάνδα του. Το κέντρο της δράσης του ήταν το χωριό Λασποχώρι, του οποίου όλοι οι κάτοικοι ήσαν με το μέρος του.

Ο ίδιος καταλάβαινε τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε και γι’ αυτό, άλλωστε, έκανε στους κολίγους τη γνωστή δήλωση με την οποία προέβλεπε τον θάνατό του: «Εμένα θα με σκοτώσουν, μα όπου κι αν με βρει το κακό να ‘ρθείτε να με πάρετε, θέλω και νεκρός να είμαι ανάμεσά σας». Γνώριζε ότι οι συστάσεις που του είχαν γίνει από τη Νομαρχία και τη Χωροφυλακή της περιοχής να μην ξεσηκώνει τους κολίγους δεν ήταν παρά προειδοποιήσεις. Αλλά, όπως φάνηκε, ούτε αυτός μπορούσε να κάνει πίσω στις αρχές του ούτε οι μεγαλοτσιφλικάδες μπορούσαν να μην παίξουν τον ιστορικό τους ρόλο, που θα οδηγούσε στο τέλος και στην πτώση τους.

Στις 12 και 23 Φεβρουαρίου, ο Αντύπας έγραψε στην εφημερίδα «Πανθεσσαλική», που εκδιδόταν στο Βόλο, τα δύο τελευταία του άρθρα. Στις 8 Μαρτίου 1907, βρισκόταν στη Λάρισα και αργά το βράδυ της ίδιας μέρας έφθασε στον Πυργετό, όπου διέμεινε μαζί με τον Γιάννη Κυριάκο, ο οποίος ήταν επιστάτης των κτημάτων του Αριστείδη Μεταξά. Ο Κυριακού, που συμπεριφερόταν βάναυσα στους κολίγους, μισούσε θανάσιμα τον Αντύπα για τη φιλοαγροτική του συμπεριφορά. Επίσης, είχε τη δυνατότητα να βρίσκεται κοντά του, λόγω του κοινού χώρου εργασίας και διαμονής τους και μπορούσε να τον δολοφονήσει με τρόπο που το έγκλημα είτε να μοιάζει με αυτοάμυνα είτε ως εκκαθάριση προσωπικών λογαριασμών. Έτσι και έγινε. Εκεί ο Κυριακός τον πυροβόλησε στο κεφάλι, τραυματίζοντάς τον ελαφρά, αλλά καθώς ο Αντύπας προσπάθησε να διαφύγει, ο Κυριάκος τον πυροβόλησε από πίσω και ξεψύχησε λίγο αργότερα στην αγκαλιά του ξαδέλφου του, Παναγιώτη Σκιαδαρέση. Ο Κυριάκος συνελήφθη αμέσως και το δικαστήριο προσπάθησε αργότερα να τον απαλλάξει.

Δημοσίευμα της εφημερίδος «ΕΜΠΡΟΣ» (9 Μαρτίου 1907)

Για τις τελευταίες στιγμές του Μαρίνου Αντύπα υπάρχει η συγκλονιστική κατάθεση που έδωσε στην Χωροφυλακή ο άλλος επιστάτης των κτημάτων και ξάδελφος του Αντύπα, Παναγιώτης Σκιαδαρέσης:
«Εκαθήμεθα εις το κάτω πάτωμα της οικίας μας και ετρώγαμεν, ότε περί την 11ην ο Αντύπας εγερθείς μετέβη όπως παραλάβη εκ του δωματίου του επιστολή τινά, πλην εύρε την θύραν του διαδρόμου κλειστή και έκρουσεν όπως του ανοίξουν. Ο εντός κοιμώμενος Ιωάννης Κυριακού εγερθείς του ύπνου ηρνήθη ν’ ανοίξη. Έπειτα όμως ανοίξας είπε εις τον Αντύπα ότι ουδέν δικαίωμα έχει να εισέλθη εις την οικίαν του. Εκ τούτου προκλήθη φιλονικία και αντηλλάγησαν βαρείαι φράσεις μετά τας οποίας ο Κυριακού λαμβάνει το όπλον διά του οποίου πυροβολεί και χτυπά τον Αντύπα ελαφρώς εις την κεφαλήν. Ότε όμως ούτος έφευγεν εδέχθη δεύτερον πυροβολισμόν διά δικάννου όπλου εις την οσφυακήν χώραν και πίπτει εις τας αγκάλας μου. Μετά μία ώρα εξέπνευσε λέγων “Ισότης, Αδελφότης, Ελευθερία”. Ο φονεύς αμέσως εκλείσθη εις το δωμάτιό του, άλλως θα εφονεύετο υπό των χωρικών, οίτινες ελάτρευαν τον Αντύπα. Μετ’ ολίγον ο φονεύς παρεδόθη εις τον καταφθάσαντα αστυνόμον».

Βέβαια, ο αστυνόμος, κάθε άλλο παρά είχε πρόθεση να δώσει την ορθή διάσταση των πραγμάτων και να βοηθήσει στην παραδειγματική τιμωρία του δολοφόνου. Έτσι, τηλεγράφησε στο υπουργείο Εσωτερικών ότι «Αντύπας ραπίσας Κυριακού εφονεύθη αμυνομένου». Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο Τύπος είτε από σκοπιμότητα, είτε λόγω της πληροφόρησης που είχε από τις αρχές, είτε και για τους δύο λόγους μαζί. Στην εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» αναφέρεται (10 Μαρτίου 1907): «Ο φόνος του δικηγόρου Μαρίνου Αντύπα εις τον Πυργετόν του Ολύμπου παρήγαγε βαθυτάτην συγκίνησιν… Ο Αντύπας, αντιπρόσωπος του Σκιαδαρέση μετέβη τη νύκτα εις το κοινόν κονάκιον ζητών να ανοίξη τη θύραν ενός διαφιλονικουμένου δωματίου, ην έκλεισε ο Κυριακού, επιστάτης του ετέρου συνιδιοκτήτου κ. Μεταξά. Ο Μαρίνος εισελθών εις το δωμάτιον του ύπνου του Κυριακού απειλητικώς ενέβαλε τον τελευταίον εις φόβον. Ο Κυριακού ήρπασε τότε το κρεμασμένον αγγλικόν όπλον Βίντσεστερ και επυροβόλησε δις πλήξας τον Αντύπαν εις την κεφαλήν και εις το ισχύον. Ο Αντύπας έπεσεν αμέσως άπνους». Στις 10 Μαρτίου 1907, η προσκείμενη στο Παλάτι εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ» προέβαινε σε έναν άκρως ενδιαφέροντα πολιτικό υπαινιγμό, με αφορμή την δολοφονία του Αντύπα: «Η είδηση περί του φόνου του δικηγόρου Μ. Αντύπα εις το κτήμα Σκιαδαρέση εν Θεσσαλία προξένησεν εντύπωσιν εν Αθήναις, όπου ανεξαρτήτως των σοσιαλιστικών ιδεών του, ο Αντύπας απήλαυε συμπαθειών. Ο ατυχής δικηγόρος πίπτει θύμα ατυχώς αυτών των αρχών του, τας οποίας από έτους και πλέον εφήρμοζεν εις το μέγα κτήμα του θείου του το οποίον διηύθυνε. Τούτο αποδεικνύει, ότι ο Σοσιαλισμός εν Ελλάδι μόνο εις ιδέας πρέπει να υπάρχη, και να τηρήται απόστασις από της εφαρμογής των αρχών του». Ο υπαινιγμός ήταν σαφής κι έμοιαζε περισσότερο με απειλή: Εκείνον που θα επιχειρήσει να εφαρμόσει σοσιαλιστικές ιδέες τον περιμένει ο θάνατος.

Ο δολοφόνος του Αντύπα, πήρε γι’ αυτή την πράξη την αμοιβή των 12.200 δραχμών. Ήταν μια πράξη που κόστισε στους μεγαλοτσιφλικάδες πολύ φτηνά το 1907, αλλά πολύ ακριβά το 1910 με την επανάσταση των κολίγων. Η σορός του Μαρίνου Αντύπα εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο ξενοδοχείο Μουστάκα στη Λάρισα και στις 11 Μαρτίου 1907 ξεκίνησε μια πομπή χιλιάδων οργισμένων αγροτών μέχρι την εκκλησία. Εκφωνήθηκαν αρκετοί λόγοι και ετάφη στο Λασποχώρι. Στις 18 Μαρτίου 1907 έγινε στις Στήλες του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, πολιτικό μνημόσυνο για τον Μαρίνο Αντύπα, στο οποίο συμμετείχαν 300 περίπου άτομα. Ο Κυριακού παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο της Λάρισας και αθωώθηκε για την δολοφονία του Αντύπα. Ο θείος του Σκιαδαρέσης, πικραμένος για τον χαμό του ανιψιού του, πούλησε το τσιφλίκι του κι έφυγε.

Έτσι χάθηκε αυτός ο πραγματικός αγωνιστής και διαφωτιστής των κολίγων, η ψυχή της αγροτιάς του θεσσαλικού κάμπου, σε ηλικία μόλις 35 ετών. Με τον θάνατό του θα γίνει ο πρώτος μάρτυρας του αγροτικού ξεσηκωμού και ο πρώτος ουσιαστικά νεκρός της μεγάλης εξέγερσης του Κιλελέρ, που θα ξεσπάσει στην επέτειο των τριών χρόνων από τον βίαιο και άδικο χαμό του, στις 6 Μαρτίου 1910.(ΠΔ)

==============================================

Φίνλεϋ Γεώργιος – Finlay George (1799-1875)

Βρετανός ιστορικός Σκωτικής καταγωγής. Γεννήθηκε στο Φάβερσαμ του Κεντ και σπούδασε νομικά στη Γλασκόβη. Το 1821 μετέβη στο Γκέτινγκεν προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του. Τον Νοέμβριο του 1823, επηρεασμένος από τους αγώνες των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους, εγκατέλειψε τις σπουδές του και ήρθε να πολεμήσει για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.  Αποβιβάστηκε αρχικά στην Κεφαλονιά όπου τον υποδέχτηκε ο Λόρδος Βύρων κι αργότερα πήγε στον Πύργο. Εκεί παρέμεινε για 14 μήνες και αφιερώθηκε στην εκμάθηση της γλώσσας και της ιστορίας, γνωρίζοντας παράλληλα τις αρχαιότητες.    Λόγω ενός επίμονου και υψηλού πυρετού αναγκάστηκε να περάσει τον χειμώνα του 1824 και την άνοιξη του 1825 στη Ρώμη, τη Νάπολη και την Σικελία. Μετά την αποθεραπεία του μετέβη στο Εδιμβούργο, όπου έλαβε και το πτυχίο του στα νομικά.

Όμως, ο Γεώργιος Φίνλεϋ είχε κάνει τις επιλογές του. Είχε αποφασίσει να ζήσει στην Ελλάδα. Επέστρεψε λοιπόν στην Αθήνα, όπου έμεινε μόνιμα μέχρι τον θάνατό του. Μετά την απελευθέρωση, αγόρασε μια έκταση στην Αττική και προσπάθησε να καλλιεργήσει την γη. Τα γεωργικά συστήματα όμως που εισήγαγε από την Ευρώπη, δεν έφεραν τα αποτελέσματα που προσδοκούσε. Έκτοτε ασχολήθηκε αποκλειστικά στη συγγραφή ιστορικών έργων, ενώ από το 1864 μέχρι το 1870, εργάστηκε ως ανταποκριτής των Τimes του Λονδίνου. Το 1854 το πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, του απένειμε τιμητική διδακτορική διάκριση. Πέθανε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου του 1875.

Συνέγραψε πολλά ιστορικά έργα:

  • 1836. Το Ελληνικό Βασίλειο και το Ελληνικό Έθνος.
  • 1836. Δοκίμιο στις τραπεζικές αρχές, εφαρμοστέες υπό του Ελληνικού κράτους.
  • 1844. Η Ελλάδα υπό τους Ρωμαίους.
  • 1847. On the Site of the Holy Sepulchre με σχέδιο της Ιερουσαλήμ.
  • 1854. Ιστορία των Βυζαντινών και Ελληνικών Αυτοκρατοριών από το 716 έως το 1453.
  • 1856. Ιστορία της Ελλάδος υπό την Οθωμανική και Βενετική κυριαρχία.
  • 1861. Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης.

Το πιο γνωστό έργο του είναι η δίτομη «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», με κεφάλαια μη πλήρως επεξεργασμένα, μέχρι της βασιλείας του Γεωργίου του Α’. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με γλαφυρότητα που περιέχει πρωτογενείς πηγές και προσωπικά βιώματα του συγγραφέα, αφού ο ίδιος ήταν παρών στα γεγονότα. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γνώση θεμάτων και προσώπων, αλλά ενίοτε και εμπάθεια και δεν αποφεύγει την πολιτική.

Άφησε αναμνήσεις και καλές και κακές, προσ­έφερε πολύτιμες υπηρεσίες, αλλά και έβλαψε με την εμπάθεια και την παροιμιώδη φιλοχρηματία του, η οποία τον έφερε κατ’ επανάληψη σε αντιδικία με το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο εκδότης Γιάννης Βλαχογιάννης, ανέθεσε στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – όταν αυτός βρισκόταν σε απόλυτη πενία – την μετάφραση της Ιστορίας του Φίνλεϋ. Ο Παπαδιαμάντης εργάστηκε με συνέπεια και φιλότιμο, παρά την έλλειψη στοιχειώδους βοήθειας – ούτε λεξικό της Αγγλικής δεν διέθετε – και παρά τις προσωπικές του αντιρρήσεις και διαφωνίες για τα κείμενα του συγγραφέα.

Όταν το 1908 ολοκλήρωσε την μετάφραση, ο Γιάννης Βλαχογιάννης μολονότι τα οικονομικά του ήταν πενιχρά, πλήρωσε τον Κοσμοκαλόγερο αλλά μη έχοντας τα χρήματα για την έκδοση του βιβλίου, το έκλεισε στο συρτάρι του με την προσδοκία της βελτίωσης των οικονομικών του.

Εκατό χρόνια έμεινε ξεχασμένο το βιβλίο. Μέχρι που το 2008 το  ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, πήρε την απόφαση να το ανασύρει από την λήθη και να το προσφέρει στους Έλληνες.

Ως δείγμα γραφής της υπέροχης γλώσσας του Παπαδιαμάντη, του βάθους και του πλούτου της λησμονημένης καθαρεύουσας του, παραθέτουμε την παρακάτω παράγραφο, που αναφέρεται στην θρυλική κλεφτουριά.

« Οι Έλληνες καθιστώσιν ήρωας και ημιθέους τους αρχικλέπτας των. Τα κατορθώματα του Ζαχαριά και του Κολοκοτρώνη, καίτοι εξυμνηθέντα εις στίχους χωρίς ποίησιν και εις κομπορρήμονα πεζογραφίαν, ήσαν μόνον πράξεις ληστών και προβατοκλεπτών. Έζων συνήθως αναλώμασι των πτωχών Χριστιανών χωρικών και σπανίως ερριψοκινδύνευον να ενεδρεύσωσι πλούσιον προύχοντα Έλληνα, ακόμη δε σπανιώτερον να ληστεύσωσιν Τούρκον αγάν. Το άσμα του Ζαχαριά εκθειάζει την καταστροφήν Ελληνικών χωρίων, την λήστευσιν Ελλήνων ιερέων, την ατίμωσιν Ελληνίδων, τον φόνον Ελληνόπαιδος και τα λύτρα άλλου. Ο Δόδουελ μνημονεύει την προθυμίαν μεθ’ ής οι Έλληνες αγρόται ηνούντο προς καταδίωξιν της συμμορίας του Κολοκοτρώνη και μεθ’ ής οι Έλληνες επίσκοποι αφώριζον τους κλέπτας».

Λόγω τέτοιων σχολίων και παρατηρήσεων οι Έλληνες δεν ενέκριναν την Ιστορία του Φίνλεϋ. Περισσότερο όμως πικράθηκε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης που για λόγους επιβίωσης αναγκάστηκε να την μεταφράσει με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο, παραδίδοντας στους Έλληνες έναν αληθινό θησαυρό. Αυτός, που θεωρείται ως «η κιβωτός της πιο συντηρητικής ελληνορθόδοξης αντίληψης των καιρών του».

Πηγές


  • Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην ευρωπαϊκή Λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.
  • Encyclopaedia Britannica, έκδοση 1911.
  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964»,  τόμος 1ος , Πάπυρος, Αθήνα, 1966.

============================================

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

Οπλαρχηγός του 1821 και αργότερα στρατηγός, από τις ηρωικότερες και αγνότερες μορφές της ελληνικής επανάστασης. Γεννήθηκε στο χωριό Παλούμπα Γορτυνίας και ήταν παντρεμένος με μια πρώτη εξαδέλφη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από το 1803. Οι Τούρκοι τον είχανε κάμει στην Καρύταινα κάπο, δηλαδή αρχηγό στρατιωτών για την τάξη και ασφάλεια. Γι’ αυτό και τον κράτησαν όμηρο, όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός των κλεφτών (1806). Αργότερα ξανάγινε κάπος (1812), ενώ ενδιάμεσα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό στη Ζάκυνθο.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και στη συνέχεια βάλθηκε μαζί με το Νικηταρά να κατηχεί ο ίδιος. Κατήχησε τον πατέρα του το γερο – Κόλια, τον αδελφό του Γεωργάκη και πολλούς άλλους. Από την αρχή κιόλας του πολέμου, όπως και τα αδέλφια του κι άλλοι Πλαπουταίοι, πολέμησε για την ελευθερία του γένους, στην Καρύταινα, στο Λεβίδι κι ύστερα στο Βαλτέτσι, όπου έτρεξε από την Πιάνα. Εκεί στην Πιάνα, τον είχε διορίσει ο ξάδερφός του Κολοκοτρώνης αρχηγό του στρατοπέδου, συμμετέχοντας στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Έλαβε μέρος επίσης στην πολιορκία του Ακροκορίνθου και της Πάτρας και πολέμησε τον Δράμαλη, όταν πολιορκούσε το κάστρο της Λάρισας στο ΑΡΓΟΣ  λίγο πριν από την καταστροφή του στα Δερβενάκια. Ο Πλαπούτας αντιπάθησε πολύ τους συμπατριώτες του Δεληγιανναίους, όταν διαπίστωσε πως δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις επιτυχίες και τη δόξα του. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πάλι, θέλησε να παντρέψει το μικρό του γιο Κολίνο με τη μικρή κόρη του Κανέλλου Δεληγιάννη Μαριορίτσα, για να διαλυθεί η ψυχρότητα. Ο Πλαπούτας όμως θύμωσε και με τον Κολοκοτρώνη. Μετά τον εμφύλιο, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε όλο το Μοριά και την επανάσταση, ο Πλαπούτας τον πολέμησε σε πολλές μάχες. Επί Καποδίστρια έγινε Συνταγματάρχης. Στάθηκε πιστός στο πλευρό του κυβερνήτη. Αργότερα πήγε στο Μόναχο μαζί με τον Α. Μιαούλη και τον Κώστα Μπότσαρη, για να καλέσουν τον Όθωνα, που τον είχαν εκλέξει ήδη οι μεγάλες δυνάμεις για το στέμμα της Ελλάδας.

Εντούτοις, κατηγορήθηκε μαζί με το Θ.ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ότι τάχα συνωμοτούσαν κατά της βασιλείας, προφυλακίστηκαν (Σεπτ. 1833) δικάστηκαν στο  ΝΑΥΠΛΙΟ και καταδικάστηκαν σε θάνατο (Μάιος 1834). Είναι γνωστό ότι την απόφαση των Βαυαρών δενυπέγραψαν  και ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΟΛΥΖΩΪΔΗΣ ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΕΡΤΕΣΤΗΣ. Παράλληλα, ο λαός ξεσηκώθηκε και οι ξένοι δυνάστες δεν τόλμησαν να εκτελέσουν την ποινή. Μετά από 11 μήνες ο ενήλικος πια Όθων τους έδωσε χάρη.

Ο Πλαπούτας χρημάτισε γερουσιαστή ς και υπασπιστής του Όθωνα. Το 1861 έγινε αντιστράτηγος. Μετά την έξωση του Όθωνα πήγε στο χωριό του Παλούμπα, όπου και πέθανε, αφήνοντας έξι κόρες και ένα γιο. Ο Πλαπούτας υπήρξε από τους πιο ηρωικούς αγωνιστές του 1821. Η δόξα του Κολοκοτρώνη τον επισκίασε, αλλά η συνεργασία του με το Γέρο του Μοριά απέδωσε καρπούς. Ο Κολοκοτρώνης σαν αρχιστράτηγος στάθηκε τυχερός, που άξιοι καπεταναίοι εκτελούσαν τις διαταγές του, όπως ο Πλαπούτας, ο Νικηταράς, ο γιος του ο Γενναίος και άλλοι.

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

Δημήτριος Πλαπούτας ή Κολιόπουλος

Οὗτος ὁ φιλοπόλεμος στρατηγὸς κατήγετο ἀπὸ τὸ χωρίον Παλούμπα τῆς Λιοδώρας. Ἐν ἀρχῇ τῆς ἐπαναστάσεως ἔγεινεν ἀρχηγὸς ἑνὸς τμήματος (σέμπτι) τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, τοῦ λεγομένου τῆς Λιοδώρας. Αἱ ἐκδουλεύσεις του εἶναι ἐπίσημοι καὶ γνωσταί.

Κατ᾿ ἀρχὰς εὑρέθη εἰς τὴν πρώτην μάχην, τὴν ὁποίαν ὁ Κολοκοτρώνης ἔκαμε μὲ τοὺς Φαναρίτας Τούρκους, καὶ ἦλθε κατόπιν των εἰς Καρύταιναν. Μετὰ δὲ ταῦτα ὅταν ἐσυναθροίζοντο οἱ στρατιῶται εἰς τὸ Διάσελον τῆς Ἁλωνίσταινας, ὅπου ἦτον ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Πλαπούτας εὑρέθη εἰς Βυτίναν, καὶ ἐκεῖθεν ὑπῆγεν εἰς Λεβίδι, ὅπου ἔλαβε μέρος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον. Ὕστερον δὲ εἰς τὸ συσταθὲν στρατόπεδον εἰς Πιάναν ἦτον ὡς ἀρχηγὸς ἀντί τοῦ Κανέλου Δεληγιάννη ἐφόρου ὄντος. Κατόπιν ὑπῆγε μὲ τοὺς στρατιώτας του εἰς τὸ Βαλτέτσι καὶ κατὰ τὴν μάχην ἐκείνην ἀνδραγάθησε καὶ ἐφάνη ἡ παληκαριά του. Ὅταν δὲ εἴμεθα εἰς τὰ Τρίκορφα, αὐτὸς ὑπῆγεν εἰς τοῦ Λάλα διὰ νὰ σταθῇ εἰς τὸ σῶμα ἐκεῖνο τοῦ ἀδελφοῦ του Γεωργάκη, ὅστις ἐφονεύθη εἰς Λάλα. Ἐκεῖ δὲ ἔμεινεν ὀλίγας ἡμέρας, καὶ μετὰ τὴν μάχην τὴν γενομένην εἰς τοῦ Ποῦσι, ὅτε οἱ Λαλαῖοι Τοῦρκοι ἔφυγον εἰς Πάτρας, ὁ Πλαπούτας ἐπανῆλθεν εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Τρικόρφων, ὅπου ἔμεινε μέχρι τῆς ἁλώσεως τῆς Τριπολιτσᾶς, καὶ κατόπιν ἐσυντρόφευσε τοὺς Ἀλβανοὺς εἰς τὴν Βοστίτσαν διὰ νὰ περάσουν εἰς τὴν Στερεὰν καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πατρίδα των κατὰ τὰ συμφωνηθέντα. Μετὰ δὲ ταῦτα παρηκολούθησε τὸν Θ. Κολοκοτρώνην εἰς Ἄργος καὶ Κόρινθον, ἔχων ἴδιον σῶμα στρατιωτῶν, καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ φρουρίου τῆς Κορίνθου, διετάχθη ἀπὸ τὸν Κολοκοτρώνην νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν, ὅπου κατὰ τὴν περίφημον μάχην τῆς 9 Μαρτίου ἀνδραγάθησεν. Κατόπιν ἀντιπροσώπευσε τὸν Κολοκοτρώνην κατὰ τὴν πολιορκίαν ταύτην, ἀναχωρήσαντα εἰς Κόρινθον μέχρι τῆς ἐκεῖθεν ἐπιστροφῆς του. Πρὶν δὲ ὁ Κολοκοτρώνης λύσῃ τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν, ὁ Πλαπούτας εἶχεν ἀναχωρήσει ἐκεῖθεν εἰς Καρύταιναν. Καὶ εἰς ἄλλας ἀκόμη ἐποχὰς τοῦ ἐδόθη ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ παρὰ τοῦ Κολοκοτρώνη.

Κατὰ δὲ τὴν ἐποχὴν τοῦ προσκυνήματος καὶ τοῦ προδότου Νενέκου πολὺ ὠφέλησεν, βοηθῶν τὸν Κολοκοτρώνην, καὶ ἐμποδίσας οὕτω τὸ κακὸν καὶ δὲν ἐπροώδευσεν. Παρευρέθη δὲ καὶ εἰς ἄλλας μάχας ἐπὶ τοῦ Ἰμβραὴμ πασᾶ καὶ πρὸ πάντων εἰς ἐκείνην τῆς Καυκαριᾶς.

Η σημαία του Δ.Πλαπούτα με το μονόγραμμα “Iησούς Χριστός ΝιΚά”

Μετὰ δὲ ταῦτα κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Δράμαλη εἰς Πελοπόννησον ὁ Πλαπούτας ἔγεινεν ἔτι ἐπισημότερος στρατηγὸς, διότι πρῶτος αὐτὸς ἐκτύπησε κατὰ τὸ χωρίον Χαρβάτι καὶ Φίχτια τὸν στρατὸν ἐκείνου, ὅτε ἔμπλεξε μέ τινας Τούρκους, ἦλθεν εἰς μονομαχίαν μὲ ἕνα ἐξ αὐτῶν, καὶ ἐκινδύνευσε, διότι ὁ Τοῦρκος, ὅταν ἦλθον εἰς θέσιν νὰ μεταχειρισθοῦν τὰ σπαθιά των, ἐκτύπησε καὶ ἐτσάκισε τὸ σπαθὶ τοῦ Πλαπούτα, ἀλλ᾿ οὗτος εὐτυχῶς τὸν ἐσκότωσε. Κατόπιν ἐσύστησε τὸ φροντιστήριον εἰς τὸ Σχοινοχῶρι, καὶ ἐκεῖθεν ἐστρατοπέδευσεν ὄπισθεν τοῦ Παλαιοκάστρου Ἄργους κατὰ τὴν θέσιν Ἄκοβα, ὅπου συνεκέντρωσε στρατὸν ὑπὲρ τὰς δύο χιλιάδας μετὰ τῆς Ἐπαρχίας Τριπολιτσᾶς, καὶ την Φαναριτῶν ἀρχομένων ἀπὸ τὸν Τσανέτον
Χρηστόπουλον, τοῦ δὲ ὅλου στρατοπέδου ἀρχηγὸς ἦτον ὁ ἴδιος Πλαπούτας. Ἐκεῖθεν ἐπολέμει ἀδιακόπως μέχρι τέλους τὸν Δράμαλη, καὶ ὕστερον μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ναυπλίου διωρίσθη φρούραρχος αὐτοῦ ἕως ὅτου τὸν ἀντικατέστησεν ὁ Πάνος Θ. Κολοκοτρώνης.

Ἡ οἰκογένεια τοῦ Πλαπούτα εἶχεν ἐπισημότητα καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, διότι ὁ πατέρας του ὁ Γέρω Κόλιας ὑπῆρξε στρατιωτικὸς (κάπος) καὶ ἁρματωλὸς, καὶ εἶχε τρομάξει τοὺς Λαλαίους Τούρκους, καὶ δὲν ἐπατοῦσαν τὰ ὅρια τῆς Καρύταινας ἐδῶθεν τοῦ ποταμοῦ Ἀλφειοῦ (Ροφιά). Ὑπερασπίζετο ὅμως τοῦτον ὁ Γέρων Γιάννης Δεληγιάννης, καὶ τοῦτον πάλιν ἐπίσης εἰς τὰς καταδρομάς του ἀπὸ τοὺς Πασάδες ὑπερασπίζετο ὁ Γέρω Κόλιας, διότι ἔβγαινε μὲ στρατιώτας καὶ ἐφύλαττε τοὺς Δεληγιανναίους. Διὰ τοῦτο ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία τοῦ ἔκαψε τὰ σπίτια του πολλαῖς φοραῖς, καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ ἔκαμνε βοήθειαν. Ὁ Γέρων Δεληγιάννης, ὡς ἀρχηγὸς πολιτικὸς τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, τὸν ἐβοήθει, καὶ οὕτω τὸν εἶχεν εἰς τὰς καταδρομάς του, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία ἀπεστρέφετο τὸν Δεληγιάννην, ὁ Γέρω Κόλιας μὲ τὰ παιδιά του ἐπήγαινεν εἰς τὰ Λαγκάδια καὶ ἔπαιρνε τὴν οἰκογένειάν του ὅλην καὶ τὴν ἐφύλαττε διὰ τῶν ὅπλων, ὅπως τότε εἶχον τὰ μέσα τῆς προφυλάξεως.

Ἐκτὸς τούτου καὶ οἱ ἀδελφοί του Γεωργάκης Θανάσης καὶ Παρασκευᾶς, περὶ τῶν ὁποίων κατωτέρω θὰ εἴπωμεν, συνετέλεσαν ὡς στρατιωτικοί. Ἀλλ᾿ ἐκ τούτων ὁ Γεωργάκης ἐπρωτοχάθη εἴς τινα μάχην, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Τοῦρκοι Λαλαῖοι ἐνίκησαν τοὺς Ἕλληνας, πρὶν γείνῃ ὁ πόλεμος εἰς τὸ Ποῦσι, ὅπου εὑρέθησαν οἱ Κεφαλλῆνες ὅλοι περὶ τοὺς 300, ἔχοντες καὶ κανόνια, καὶ ὅπου ἔδειξαν ὅλην τὴν παληκαριάν των, καὶ τοὺς ὁποίους ἐφοβήθησαν οἱ Λαλαῖοι καὶ ἀπεφάσισαν τὴν φυγήν των ἀπὸ τοῦ Λάλα. Εἰς δὲ τὴν μάχην ταύτην τοῦ Πουσιοῦ ἐλαβώθη καὶ ὁ Ἀνδρέας Μεταξᾶς.

——————————————————————————–

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (1782-1849)

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Νικηταρά –Νικηταρά

Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά

και στην καρδιά ατσάλι.

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Ο Νικηταράς ήταν Αρκάς. Γεννήθηκε στο χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης το 1782 και πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο Νικηταράς γεννήθηκε το 1784 στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας, ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ταΰγετου, προς την μεριά του Μιστρά, 25 περίπου χιλιόμετρα από την Καλαμάτα. Έτσι κι αλλιώς, τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας. Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του  με την κόρη του Ζαχαριά, την  Αγγελίνα. Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε,  δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. « Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης»  αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: « Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».

Εκείνο τον καιρό τα Επτάνησα τα εξουσίαζαν οι Ρώσοι. O Νικηταράς εντάχθηκε στο ρωσικό στρατό και με το τάγμα του πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ζάκυνθο και υπηρέτησε αυτή την φορά τους Γάλλους, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει το νησί με την συνθήκη του Τίλσιτ. Στις 18 του Οκτώβρη του 1818  - ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα – μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Με συντροφιά τον Αναγνωσταρά και αργότερα τον Δ. Πλαπούτα, περιόδευσε την Πελοπόννησο κατηχώντας πολλούς στο μεγάλο μυστικό και ετοιμάζοντας τον λαό για τον επερχόμενο ξεσηκωμό.  Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς μπήκε στην Καλαμάτα, στις 23 του Μάρτη του 1821. Είχε ενστερνισθεί βαθιά τις απόψεις και τα σχέδια του θείου του και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Τρίπολης που τότε ήταν το Διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Στις 12-13 του Μάη επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι. Αμέσως μετά και ενώ κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο με 200 μόλις άντρες, προέκυψε η ανάγκη να αντιμετωπίσει στα Δολιανά, ισχυρή Τουρκική δύναμη 6.000 ανδρών υπό τον Κεχαγιάμπεη, υποστηριζόμενη και από πυροβόλα. Ήταν 18 του Μάη του 1821. Εκεί απέδειξε στο έπακρο τον ηρωισμό του και την σπάνια στρατιωτική του αρετή και ικανότητα. Κατάφερε να τους προξενήσει τεράστια  καταστροφή και σχεδόν να τους αποδεκατίσει.

Έντρομοι οι Τούρκοι σκορπίστηκαν στις γύρω ρεματιές για να γλυτώσουν, εγκαταλείποντας τα ζώα και τα πυροβόλα τους στα χέρια των Ελλήνων. Ο Νικηταράς, βλέποντας τους να φεύγουν τους φώναζε : « Σταθήτε Πέρσαι να πολεμήσωμε» και μάλιστα τους αποκαλούσε Περσιάνους. Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά, βγαλμένο απ᾽τις καρδιές των συναγωνιστών του, ακούστηκε το παρατσούκλι που θα τον συνόδευε σε όλη του την ζωή. Με αυτό πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων.

Στρατηγός Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

Με τις μάχες των Δολιανών και των Βερβένων, προξενήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές στους Τούρκους – που αναγκάστηκαν να κλειστούν στην Τρίπολη- ξανάδωσαν κουράγιο  στους ξεσηκωμένους ραγιάδες, και προετοίμασαν το κλίμα για την άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτέμβρη 1821, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά, την στρατηγική του Κολοκοτρώνη. Στα Δολιανά, τον Νικηταρά τον αγάπησαν. Τον έκαναν δικό τους. Τον δέχτηκαν ως δικό τους ήρωα. Τον τίμησαν και τον τιμούν με κάθε τρόπο. Στο προαύλιο του Αγιώργη, πολιούχου του χωριού, έχει στηθεί αναμνηστική στήλη, αφιέρωμα των απανταχού Δολιανιτών. Στον τόπο που έγινε η μάχη, στην χαράδρα του Τσάκωνα, απέναντι από τα σπίτια του Χριστοφύλη όπου είχαν ταμπουρωθεί ο Νικηταράς και ο Καραμήτρος, δημιουργήθηκε πλατεία με το όνομα του και στήθηκε η προτομή του. Ακόμη, η γιορτή της επετείου, αποτελεί λόγο και αιτία συνάθροισης των απανταχού Δολιανιτών, των Τουρκολεκιωτών και των άλλων Συνελλήνων που επισκέπτονται το χωριό για να αποτίσουν φόρο τιμής στον ήρωα αλλά και όλους, όσοι έδωσαν το αίμα τους για την λευτεριά αυτού του Βράχου του Κόσμου.

Αφού πέρασε λίγος καιρός από τις δίδυμες μάχες, ο Κολοκοτρώνης τον έστειλε επικεφαλής της δύναμης που πολιορκούσε το Ναύπλιο. Από εκεί έφυγε για την Ανατολική Στερεά. Οι επαναστατημένοι Αθηναίοι τον εξέλεξαν αρχηγό τους. Οι Μαυρομιχαλαίοι όμως δυσφόρησαν για την ενέργεια αυτή των Αθηναίων. Ο Νικηταράς – που δεν ήθελε να δημιουργεί προβλήματα και έριδες – έφυγε για την Λειβαδιά. Βοήθησε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην προσπάθεια του να ανακαταλάβει την πόλη. Υπήρξε τόσο δυνατή η αδελφική φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο ανδρών, ώστε έσμιξαν το αίμα τους κι έγιναν αδελφοποιητοί, σταυραδέρφια.

Κατόπιν, επέστρεψε στην Πελοπόννησο για να βοηθήσει τον Κολοκοτρώνη στην συνεχιζόμενη πολιορκία της Τρίπολης. Όταν η πόλη έπεσε (23/09/1821) οι Έλληνες την λαφυραγώγησαν και μοίρασαν τα λάφυρα. Μεταξύ των ελάχιστων που αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στην διανομή ήταν και ο Νικηταράς.

Όλη του η ζωή ένας αγώνας. Μάχη στην μάχη. Δεν ήξερε και δεν ήθελε να ξαποσταίνει. Τον Δεκέμβρη του ᾽21 τον βρίσκουμε να πολιορκεί το Ναύπλιο. Η πολιορκία αυτή υπήρξε ατυχής και μάλιστα κινδύνευσε σοβαρά να αιχμαλωτισθεί από τους Τούρκους. Τον Απρίλη του ᾽22 με 700 παλικάρια παίρνει μέρος στην μάχη της Στυλίδας και της Αγίας Μαρίνας στο πλευρό του Ανδρούτσου. Η κορυφαία μετά τα Δολιανά στιγμή  της ζωής του έφτασε. Η Τουρκία απαλλαγμένη από τον Αλή πασά και τους όποια εσωτερικά της προβλήματα, πήρε την απόφαση να συντρίψει κάθε αντίσταση στην Πελοπόννησο.

Αρχηγός αυτής της πανστρατιάς ορίστηκε ο Χουρσήτ πασάς. Έξυπνος στρατηλάτης, ανδρείος αλλά άγριος και ωμός. Ο Χουρσήτ μισούσε τους Έλληνες, και περισσότερο τους Πελοποννήσιους, γιατί στην άλωση της Τρίπολης κατάσχεσαν τους θησαυρούς του και αιχμαλώτισαν τις γυναίκες του. Εκατό και πλέον πλοία ήταν έτοιμα να λάβουν μέρος στην εκστρατεία. Στον ισχυρό αυτό στόλο συμμετείχαν Τουρκικά πλοία αλλά και από την Αλγερία, την Τύνιδα και την Αίγυπτο.

Την τελευταία στιγμή – πιθανόν λόγω κάποιας μυστικής συκοφάντησης εκ μέρους των αντιπάλων του – ο Χουρσήτ αντικαταστάθηκε και  η αρχηγία δόθηκε στον Μαχμούτ πασά, τον γνωστό μας Δράμαλη. Ο Δράμαλης είχε αρκετά θετικά αλλά και αρνητικά χαρακτηριστικά. Ενώ είχε ευγενική καταγωγή, ήταν νέος, ακμαίος, ωραίος, πλούσιος και ριψοκίνδυνος παράλληλα ήταν αλαζόνας, καυχησιάρης, ματαιόδοξος  και ανόητος. Κυρίως όμως φιλοχρήματος. Απόδειξη αυτής της αδυναμίας του αποτελεί το γεγονός της Ακροκορίνθου. Όταν ανακάλυψε τον θησαυρό του Κιαμήλ πασά, με ιδιαίτερη απληστία και χωρίς κανένα ενδοιασμό τον  καταχράστηκε, παίρνοντας συγχρόνως ως σύζυγο του την ωραιότατη χήρα του Κιαμήλ.

Στα τέλη του Ιούνη του 1822, το στράτευμα κίνησε για την Πελοπόννησο. Τριάντα χιλιάδες ήταν οι άνδρες που συγκεντρώθηκαν στην Λάρισα. Ισχυρό πυροβολικό, είκοσι χιλιάδες πολεμικά άλογα, τριάντα χιλιάδες μεταγωγικά άλογα και μουλάρια, και πεντακόσιες καμήλες. Μπροστά πήγαιναν οι Δερβίσηδες και οι ιμάμηδες που με στεντόρειες  φωνές απήγγειλαν κείμενα του Κορανίου, ενώ άλλοι τραγουδούσαν θρησκευτικά τραγούδια και πολεμικούς θούριους. Ακολουθούσαν οι πολεμιστές και πολλοί υπάλληλοι, αστρολόγοι, νεκρομάντεις, θαυματοποιοί, πωλητές καπνού, οπίου, ποτοπώλες, υπηρέτες, αργυραμοιβοί, δήμιοι κ.α.

Όπου περνούσε αυτός ο συρφετός άφηνε αποκαΐδια κι ερημιά. Ο σουλτάνος πανηγύριζε για τις καταστροφές που προκαλούσε στο διάβα του ο Δράμαλης. Μάλιστα, όταν έφτασε στα Γεράνεια όρη, ανέβηκε στην θέση που λέγεται «αέρες» και μεθυσμένος από χαρά και ικανοποίηση για την επιτυχία του, άρχισε να μοιράζει στους αξιωματούχους του τις επαρχίες της Πελοποννήσου.  Στις 5 του Ιούλη, η στρατιά πέρασε τον Ισθμό. Κατέλαβε χωρίς καμιά αντίσταση την Κόρινθο και προχώρησε στην Αργολίδα, περνώντας από τα Δερβενάκια. Η αλαζονεία του τον τύφλωνε. Ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το νου του ότι πίσω του έκλειναν οι πόρτες.

Ότι « εκλείσθησαν αι πύλαι» όχι μόνο της στρατιωτικής του πορείας αλλά γενικότερα ολόκληρης της ύπαρξης του.

Ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης στο βιβλίο του « Η καταστροφή του Δράμαλη» εξιστορεί μοναδικά και λεπτομερειακά, όλα όσα διαδραματίστηκαν στην Αργολίδα. Η θέση των Τούρκων είχε καταντήσει δεινή. Ο στρατός υπέφερε από την πείνα και την δίψα. Την οδυνηρή αυτή κατάσταση επιβάρυναν ακόμη περισσότερο, απρόβλεπτες ασθένειες και επιδημίες. Ο Δράμαλης αναγκάστηκε να πάρει την πικρή και μοιραία  απόφαση. Έδωσε την εντολή να γυρίσει η στρατιά στην Κόρινθο. Λογάριασε όμως με σύμβουλο του την ανάγκη. Λησμόνησε   τον Κολοκοτρώνη.

« Και περί τον όρθρον της 26 Ιουλίου εξεκίνησαν εξ Άργους πανστρατιά, διευθυνόμενοι προς το στενόν του Δερβενακίου, δι᾽ου είχον εισβάλει πρό τινων ημερών εις την Αργολίδα. Ώδευον, διηρημένοι εις δύο φάλαγγας (κολώνας). Ένεκα δε της πληθύος των στρατευμάτων και των κτηνών, εφαίνοντο μακρόθεν, ως παμμεγίστη μελανή νεφέλη, επισκιάζουσα την πεδιάδα όλην». (Η καταστροφή του Δράμαλη. σελ.139).

Ο Νικηταράς ήταν κι εδώ παρών. Αρχικά συμμετείχε στην απόκρουση των Τούρκων στα Δερβενάκια, όπου διέλυσε την εκεί φρουρά. Κατόπιν, ανέβηκε στον Άγιο Σώστη και ταμπουρώθηκε στα στενά της χαράδρας. Με την θέση που επέλεξε και τον ηρωισμό του, κατάφερε να συντρίψει μεγάλο μέρος του στρατού που οπισθοχωρούσε. Οι Τούρκοι άφησαν εκεί περισσότερους από 3.000 νεκρούς. Μετά δύο μέρες επαναλαμβάνει τον άθλο του στη μάχη που έγινε στο Αγιονόρι. Εξολόθρευσε στην κυριολεξία το τμήμα των Τούρκων που επεχείρησε να περάσει από εκεί. Οι Τούρκοι μέσα στη σύγχυση και τον πανικό τους άφησαν πίσω τους πάνω από 600 νεκρούς. Η συμβολή του Νικηταρά και αυτή την φορά υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική και αποφασιστική. Ο Δράμαλης – σε πλήρη απόγνωση –  κατάφερε να ανέβει σ᾽ ένα γάιδαρο για να μπορέσει να φτάσει στην Κόρινθο. Αλλά και ο γάιδαρος μέσα στην αντάρα σκοτώθηκε. Ο Δράμαλης πεζός, έφτασε στην Κόρινθο εξουθενωμένος, ρακένδυτος και χωρίς σαρίκι. Ο εγωισμός και η περηφάνια του πληγώθηκαν αγιάτρευτα. Ποτέ δεν ξεπέρασε την ντροπή των Δερβενακίων. Έπεσε σε βαριά μελαγχολία. Αδύναμος και ταλαιπωρημένος αρρώστησε από πνευμονία η οποία τελικά τον οδήγησε στον θάνατο, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Δημητρίου του 1822.

Εν τω μεταξύ:

Μετά την μάχη στα Δερβενάκια, συγκεντρώθηκαν τα λάφυρα σε τεράστιους σωρούς. Αξιωματικοί και στρατιώτες μαζεύτηκαν για την μοιρασιά. Κάποιοι πρόσεξαν πως ένας συναγωνιστής τους έλειπε από την συντροφιά. Ήταν ο Νικηταράς.Παρά την άρνηση του να πάρει κι αυτός κάποια λάφυρα, στο τέλος και μετά από την επιμονή των συντρόφων του, πήρε μια σέλα, μια ταμπακέρα ξυλόγλυπτη κι ένα σπαθί. Την σέλα χάρισε αμέσως σε συμπολεμιστή και φίλο του. Την ταμπακέρα, την έστειλε στην γυναίκα του Αγγελίνα με το σημείωμα « Την στέλνω σε σένα που αγαπώ ύστερα από την Πατρίδα. Λάβε την για να με θυμάσαι». Το ξίφος το έστειλε στην Ύδρα για τις ανάγκες του στόλου. Οι πρόκριτοι όμως του νησιού, το επέστρεψαν λέγοντας ότι το σπαθί αυτό, μόνον όταν το κρατεί το χέρι του Νικηταρά έχει αξία. Την ίδια εποχή – λέγεται – ότι χάρισε ένα μικρόσωμο άλογο χωρίς ουρά στον λαϊκό στιχουργό του αγώνα Τσοπανάκο ενώ σε κάποιο νησί πρότεινε κι έστειλαν μια καμήλα. Οι νησιώτες που δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο ζώο, ύστερα από σκέψη πολλή και με την σύμφωνη γνώμη του γεροντότερου, αποφάσισαν πως πρόκειται για « χιλιόχρονο λαγό ».

Η αφιλοκέρδεια και η ανιδιοτέλεια του Νικηταρά έμεινε παροιμιώδης. Ποτέ δεν ζήτησε και ποτέ δεν πήρε.

Όταν άρχισαν οι εμφύλιες διαμάχες το 1823, ο Νικηταράς τάχθηκε – όπως ήταν φυσικό – με το μέρος του θείου του και κατά της Κυβέρνησης Κουντουριώτη. Παρ᾽ όλη την υποστήριξη του στον Κολοκοτρώνη, τήρησε μετριοπαθή στάση και δεν πήρε μέρος στις μάχες που έγιναν προσπαθώντας μάλιστα με τις παρεμβάσεις του, να συμφιλιώσει τα πράγματα.

Μετά την επικράτηση των Κυβερνητικών, πήγε στο Μεσολόγγι και εντάχθηκε στην υπηρεσία του Δ. Μακρή. Κλείστηκε στην πολιορκημένη πόλη και πολέμησε κατά του Κιουταχή, στην δεύτερη πολιορκία. Μετά την χορήγηση αμνηστίας, ενόψει της εισβολής του Ιμπραήμ, επέστρεψε στην Πελοπόννησο επικεφαλής στρατιωτικού τμήματος και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Το 1826 με συμπολεμιστή τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, έλαβε μέρος, με 800 άντρες, στη νικηφόρα μάχη της Αράχοβας.( Νοέμβρης 1826).

Γύρισε εσπευσμένα στο Ναύπλιο γιατί αρρώστησε βαριά από πλευρίτιδα. Μετά την θεραπεία του ακολούθησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά του Ιμπραήμ. Για δεύτερη φορά πολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη στην άτυχη μάχη του Φαλήρου τον Απρίλη του 1827. Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι μαζί τους πολέμησε ένας από τους πιο τίμιους και γνήσιους φιλέλληνες. Πρόκειται για τον Αμερικανικής καταγωγής Τζώρτζ Τζάρβις ( George Jarvis) ο οποίος μετά από πολλές μάχες στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, πέθανε στο Άργος στις 11 Αυγούστου του 1828, σε ηλικία 31 χρονών.

Μετά την απελευθέρωση εντάχθηκε στο κόμμα των ρωσόφιλων ( Ναπαίων). Πάντοτε όμως εκείνο που επεδίωκε με όλες του τις δυνάμεις ήταν η δικαίωση των αγωνιστών και η διασφάλιση του λαού  από τις ξένες επεμβάσεις. Στήριξε σθεναρά τον Κυβερνήτη ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑκαι υπήρξε στενός συνεργάτης του. Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους έλαβε μέρος ως πληρεξούσιος του Λεονταριού ( Αρκαδίας).

Το 1829, με συνέταιρο τον Αρχιμανδρίτη Πύρρο τον Θετταλό, ιδρύουν χαρτοποιείο στο Κεφαλάρι, καταβάλλοντας 3.000 γρόσια έκαστος. Κατασκευάζουν χίλια περίπου φύλλα χαρτιού. Τα χρήματα όμως τελειώνουν κι έτσι οι εργασίες σταματούν. Μη έχοντας την δυνατότητα να συνεχίσουν την παραγωγή, απευθύνονται στον Καποδίστρια.  Ο Πύρρος δεν συμπαθεί τον Κυβερνήτη και πολλές φορές έχει εκφράσει τις εχθρικές διαθέσεις του. Πιστεύει όμως ότι θα ενδώσει και θα τους προσφέρει την βοήθεια του, προς χάριν της φιλίας του Κυβερνήτη με τον Νικηταρά. Ο Καποδίστριας γνωρίζει ότι μια τέτοια επιχείρηση δεν έχει μέλλον. Εξ᾽ άλλου θεωρούσε ότι προτεραιότητα είχαν άλλες ανάγκες και ενέργειες σχετικές με την ανώμαλη πολιτική κατάσταση και δεν απαντά καθόλου στο αίτημα των δύο συνεταίρων. Ο Νικηταράς βλέποντας την κατάσταση, συνειδητοποιεί ότι η δουλειά του χαρτοποιείου δεν μπορεί να προχωρήσει. Μεταφέρει τις μηχανές στο σπίτι του, στο Άργος.

Το 1830 διορίστηκε Γενικός Αρχηγός της Πολιτικής Φρουράς Πελοποννήσου, το 1831 Πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου των Ελαφρών και το 1832 Γενικός Αρχηγός του Στρατοπέδου Κορίνθου και έπειτα Αρχηγός της Μεσσηνίας. Μετά  από όλα αυτά και μετά την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, στις 25 Ιανουαρίου του 1833, ο Νικηταράς και ο Πύρρος απευθύνουν και πάλι αίτημα προς αυτόν, ζητώντας την συνδρομή του για την επανεκκίνηση των εργασιών του χαρτοποιείου. Αλλά και ο Όθωνας δείχνει να μη συμμερίζεται τις απόψεις των δύο συνεταίρων. Η κατάσταση οδηγεί σε αδιέξοδο. Η επιχείρηση χαρτοποιίας λήγει άδοξα.

Η αλήθεια είναι πως ο Νικηταράς δεν συμπάθησε ποτέ τους Βαυαρούς γι᾽αυτό και έμεινε αμέτοχος και απομονωμένος. Το 1834 προάγεται σε Συνταγματάρχη και διορίζεται  στρατιωτικός νομοεπιθεωρητής αλλά τον Αύγουστο του ίδιου έτους, μετά το κίνημα της Μεσσηνίας, τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Το 1839, θεωρήθηκε ένοχος συνομωσίας κατά του Όθωνα. Φυλακίστηκε στο Παλαμήδι και το 1840 δικάστηκε, κρίθηκε αθώος και αφέθηκε ελεύθερος. Οι Βαυαροί όμως δεν δέχτηκαν την απόφαση του Δικαστηρίου και με υπογραφή του Όθωνα φυλακίστηκε στην Αίγινα. Με όλους αυτούς τους διωγμούς και τις ταλαιπωρίες ο Νικηταράς κουράστηκε. Η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά. Στην δίκη που έγινε στις 18 Σεπτέμβρη 1841, δόθηκε εντολή να προσαχθεί καθιστός. Αμνηστεύθηκε και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός. Ασθενής και ταλαιπωρημένος φτάνει στο Άργος, στο σπίτι του. Μολονότι καμιά σχέση δεν είχε με τον τόπο αυτό, δέθηκε μαζί του. Εξ᾽ άλλου ένα αγρόκτημα στην θέση Σερεμέτι, κοντά στα όρια του Άργους προς το Ναύπλιο και την Νέα Κίο, που τότε βέβαια δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί, ήταν όλη του η περιουσία αν και όπως διαβάζουμε στους « Μύλους της Αργολίδας» του Γιώργου Αντωνίου και ο οποίος επικαλείται κείμενο του Θεόδωρου Δ. Γιαννακόπουλου στα « Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ 1998, και στο οποίο αναφέρεται ότι « …ο Νικηταράς είχε τρεις υδρόμυλους στο Κεφαλάρι Άργους (σύμφωνα με την διαθήκη της συζύγου του Αγγελικής, 197/1863 του συμβολαιογράφου Ναυπλίας Ι. Σαριγιάννη). Στο  Σερεμέτι πάντως ακούμπησε τις ελπίδες του για επιβίωση δική του και της οικογένειας του. Εκεί ο « ωκύπους» στρατηγός πότισε με τον ιδρώτα του την βαλτώδη γη και την μετέτρεψε σε γόνιμη και καλλιεργήσιμη.  Δεν ήταν όμως τυχερό του να ησυχάσει.

Σε μια αναφορά του προς τον Όθωνα, σχετική με το κτήμα στο Σερεμέτι και με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 1841 γράφει:

Μεγαλειότατε,

Εις διαφόρους περιστάσεις και εποχάς έκαμα γνωστόν εις την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι δι᾽ αδείας της υπό της αισίας ελεύσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μοι παρεχωρήθησαν όλες οι εντός της κατά την Αργολίδα θέσεως Σερεμέτι εθνικές γαίες, χέρσας δε ούσας, και καταπλακωμένας υπό των υδάτων. Ηγωνίσθην, εξόδευσα, ότι εντίμως απελάμβανα, απεξήρανα τας γαίας αυτάς και εγεώργησα ικανόν μέρος αυτών, ενήργησα φυτείας, αυταί δε κατεστράφησαν εκ των ώδε ανωμαλιών, επανέλαβα μετά ταύτα τας γεωργικάς εργασίας δια να δυνηθώ να πραγματοποιήσω τον οποίον η Κυβέρνησις προέθετο σκοπόν, του να εξασφαλίση πόρον ζωής εις την πολυάριθμον οικογένειαν γηραιού στρατιωτικού, όστις τίποτε άλλο δεν απήτησε πώποτε.

Μετά την σύστασιν του ιπποφορβείου, μου αφηρέθησαν αι γαίαι αυταί, μοι αφέθη όμως μέρος αυτών κατά το τοπογραφικόν σχέδιο του αρχηγού του πυροβολικού. Τούτο συνέβη μεταξύ των ετών 1836 και 1837. Έκτοτε ασχολούμαι με την βελτίωσιν της καλλιεργείας των οποίων μοι αφέθησαν γαιών, αλλ᾽επέπρωτο ίσως καθ᾽ ήν στιγμήν χαίρω τα αποτελέσματα της δικαιοσύνης της Υ.Μ. να ίδω να αφαιρούν από εμέ γη ως είρηται αφεθείσαν εις την κατοχήν μου γαίας Σερεμετίου, και να μάθω ότι ικανόν μέρος αυτών εξετέθη εις δημοπρασίαν.

Ο Νικηταράς δεν είχε άλλους πόρους, δικούς του. Για να αποξηράνει, να εμπλουτίσει και να καλλιεργήσει την γη του χρειάστηκε να δανειστεί. Δανείστηκε για να φτιάξει το σπίτι του. Δανείστηκε όμως και για συντηρήσει τους στρατιώτες του τον καιρό του αγώνα. Οι τόκοι τον έπνιξαν.

Σε αναφορά του στην Γερουσία και την Βουλή, το δίκιο τον πνίγει και ο λόγος του πύρινος:

«…Ως εκ τούτου κατεδαπάνησα εις αυτό πολλά εις καλλιέργειαν, οικοδομήσας οίκους, ανοίξας χάνδακας, εμφυτεύσας αμπελώνας, δένδρα και λοιπά˙ προς τούτοις δε και όσα εργάσιμα, ζώα και άλλα χρήματα. Αλλ᾽η Αντιβασιλεία αυθαιρέτως και αυτογνωμόνως με αφήρεσεν το πλείστον μέρος αυτού˙αλλά και σύρουσά με εις τας καθύγρους φυλακάς˙εν αυτή τη φυλακή με κατηνάγκασε ή να οικοδομήσω την εν Ναυπλίω οικίαν μου ή να την πουλήσω και ούτω με εξέθεσεν εις πολλά δυστυχήματα˙διότι αναγκασθείς να εμπιστευθώ εις ξένους την φροντίδα της οικοδομής και υποπεσών σε σφετερισμούς και τόκους, αντί 30 ή 35 χιλιάδων δραχμών δαπάνης η οικοδομή ανέβη εις 79.775, την ακρίβειαν των οποίων βλέπετε εις επισυναπτόμενον ενταύθα κατάλογον. Αναγκασθείς εκ τούτου να δανεισθώ εσχάτως 20.000 δρχ. από την Τράπεζαν, αδύνατο να πληρώνω το χρεώλυστρον και το μέλλον απειλεί τα χειρότερα˙ και δια να γνωρίζετε κάλλιον την αλήθεια σας επισυνάπτω δεύτερον ονομαστικόν κατάλογον των όσων κατά τον Αγώνα εδανείσθην δια να οικονομώ εν μέρει τους υπ᾽εμού στρατιώτας και δια τα οποία σήμερον σύρομαι καθ᾽εκάστην εις τα δικαστήρια και πληρώνω ως αν έμελον να υποβάλλωμαι δια τον πατριωτισμόν μου( συγχωρήσατέ μοι να το ειπώ) εις πρόστιμα.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Ακολούθως δε ότι αποφασισθή και εγώ βέβαια υπάγομαι εις την εθνικήν θέλησιν και απόφασιν».

Ακόμη και τώρα, ο Νικηταράς πειθαρχεί. Ο Έλληνας πατριώτης, που μπορούσε να βγει από τον αγώνα πάμπλουτος, τώρα φτωχός και χρεωμένος εκλιπαρεί την βοήθεια και υποστήριξη από τους κατέχοντες θώκους που εκείνος τους εξασφάλισε. Το 1843 προάγεται σε υποστράτηγο ενώ μετά την εξέγερση της 3ης του Σεπτέμβρη του 1847 διορίστηκε Γερουσιαστής, αξίωμα που του εξασφάλισε μια πενιχρή σύνταξη. Παρά τις προσπάθειες του όμως, του ίδιου και της οικογένειας του, αλλά και τις εντολές της Κυβέρνησης για αναστολή των διώξεων λόγω χρεών, το κτήμα στο Σερεμέτι τελικά δεν σώθηκε, εκποιήθηκε.

Ο Νικηταράς και η Αγγελίνα απέκτησαν τρία παιδιά. Τον Γιάννη και δύο κόρες. Ο Γιάννης έγινε στρατιωτικός, ενώ η μια του κόρη τρελάθηκε από την λύπη της όταν είδε τον πατέρα της μετά την φυλάκισή του στην Αίγινα, εξουθενωμένο, τυφλό και ανήμπορο. Ο Νικηταράς μπορεί να υπέφερε πολλά, αλλά ποτέ δεν βαρυγκώμισε και ποτέ δεν είπε πικρή κουβέντα για την Πατρίδα. Μπορεί να μη δικαιώθηκε – όπως άλλοι- στα μάτια των συγχρόνων του. Έχει όμως σημαδέψει ανεξίτηλα τις ψυχές του λαού. Έχει δικαιωθεί στην συνείδηση των νεοελλήνων που τον τιμούν και τον έχουν κατατάξει στους κορυφαίους Έλληνες αγωνιστές.

Το κείμενο με τα λόγια του Λυκούργου Κρεστενίτη που έστειλε στις 25 του Ιούνη 1849, προς την Βουλή των Ελλήνων, δείχνει τον σεβασμό και την εκτίμηση κάποιων Ελλήνων προς το πρόσωπο του οπλαρχηγού:

« Το όνομα του Νικήτα και το δια της σπάθης αυτού αποδοθέν εις τον ίδιον ( του Τουρκοφάγου) τις δύναται να αρνηθή ότι δεν ήχησε καθ᾽όλην την Ευρώπη και την Ασίαν, προφερόμενον εισέτι με σέβας και θαμασμόν παρά πάντων; Τις δύναται να αμφιβάλη ότι ο βίος του Νικήτα θέλει καλύψει πολλάς της ιστορίας σελίδας και θέλει στολίση αυτήν με ανδραγαθήματα του ήρωος τούτου, τα οποία εις τας επερχομένας γενεάς θέλουν χρησιμεύσει ως τύπος και παραδειγματισμός του ακραιφνούς πατριωτισμού και του ηρωισμού, όστις αναβιβάζει τον πολίτην στρατιώτην εις την εύκλειαν της αληθούς δόξης;

Η εικών του Νικήτα, ζώντος έτι αυτού, ανήρτηται και εν Ελλάδι και εν τη αλλοδαπή μεταξύ εκείνων των μεγάλων ανδρών˙μετά θάνατον δε η προτομή αυτού θέλει κατασταθή σεβαστόν μνημείον εις  πάντα τόπον. Οι ξένοι περιηγηταί ασπάζονται σήμερον με σέβας τον Νικήταν, αλλά μετά θάνατον και ξένοι και ομογενείς, διαβαίνοντες εκ των Δερβενακίων θέλουν χαιρετά με δάκρυα το ηρώον του Νικήτα, ως σήμερον το του Μιλτιάδου τρόπαιον».

Παρ᾽όλα αυτά, η φτώχεια και η τύφλωσή του τον οδήγησαν τελικά στην επαιτεία. Με εντολή της αρχής που όριζε τα πόστα επαιτείας στον Πειραιά, του όρισαν μια θέση κοντά στην σημερινή εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπαν να στέκεται εκεί κάθε Παρασκευή.

Στις 25 του Σεπτέμβρη του 1849, ο γενναιότερος των γενναίων, πεθαίνει ξεχασμένος, τυφλός και πάμφτωχος.

Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς

Όταν πέθανε ο Στρατηγός Νικηταράς ο γιος του Ιωάννης – που είχε το όνομα του αδελφού του Νικηταρά – ήταν 20 χρονών. Αυτό προκύπτει από την απόφαση συνταξιοδότησης της « Αγγελικής χήρας μετά του Ιωάννου 20ετούς ορφανού του ποτέ στρατηγού της φάλαγγος Νικήτα Σταματελόπουλου». Η σύνταξη αυτή χορηγήθηκε στις 26 Αυγούστου 1854 και το ποσό ήταν 111 δραχμές. Ο Ιωάννης δεν κράτησε το οικογενειακό όνομα Σταματελόπουλος αλλά το αγαπημένο προσωνύμιο του πατέρα του Νικηταράς.

Παντρεύτηκε την πανέμορφη Βασιλική, το γένος Τσίπη, γνωστής Αργείτικης οικογένειας. Έζησε στο Άργος, στο σπίτι της σημερινής οδού Νικηταρά 5, που σήμερα μεν δεν υπάρχει αλλά που πήρε το όνομα της ακριβώς από αυτό το γεγονός. Ο Ιωάννης και η Βασιλική δεν απέκτησαν παιδιά. Αυτό δεν τους εμπόδισε να αποτελέσουν υπόδειγμα ζεύγους και κόσμημα για την πόλη του Άργους που πάντα με την συμπεριφορά τους, υπενθύμιζαν το ήθος και την φυσιογνωμία του Νικηταρά.

Ο Ταγματάρχης Ιωάννης Νικηταράς, πέθανε 60 χρονών και ετάφη στο Κοιμητήριο της  ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥΣ. Η σύζυγός του Βασιλική αντίθετα, πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία το 1942 και ετάφη στον ίδιο τάφο.

Όσιος νεομάρτυρας Ιωάννης Τουρκολέκας

Στις 24 του Οκτώβρη εορτάζεται η μνήμη του αγίου νεομάρτυρα Ιωάννη Τουρκολέκα, αδελφού του Νικηταρά του Τουρκοφάγου. Κάθε χρόνο το χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας, της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας, τιμά την μνήμη του οσίου, ο οποίος αποκεφαλίστηκε στις 24 του Οκτώβρη του 1816 στην Μονεμβασιά, και του οποίου ναός υπάρχει στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Πηγές
  • Πρακτικά του Β΄Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Τόμος 14, Άργος 30 Μαΐου-1 Ιουνίου 1986, Ιωάννης Π. Χιωτακάκος, σελ.414-418.
  • Δημήτριος Καμπουρόγλου, από «Το εικοσιένα», Πανηγυρικοί Λόγοι Ακαδημαϊκών, έκδ. Ακαδημία Αθηνών, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήναι 1977.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.

=============================================

Ερρίκος Σλήμαν,1822-1890

Ο Σλήμαν υπήρξε ένας μεγάλος πρόδρομος στον τομέα της αρχαιολογίας και έρευνας.
Το όνομα συνδέεται με την ανακάλυψη της Τροίας και των Μυκηνών. Χαρακτηρίστηκε ως πατέρας της μυκηναϊκής αρχαιολογίας. Υπήρξε ένας οραματιστής και ενθουσιώδες ερασιτέχνης ερευνητής. Υποστήριζε με ακλόνητη πεποίθηση της απόψεις του, την εποχή που οι άλλοι των περιγελούσαν και τον κορόιδευαν. Οι επιθέσεις και οι κατηγορίες από το ακαδημαϊκό κατεστημένο δεν τον εμπόδισαν να συνεχίσει το έργο του. Επικρίθηκε και δίκαια για της χονδροειδές και γρήγορες ανασκαφές του, ο ίδιος αργότερα βέβαια βελτίωσε την ανασκαφική μέθοδο του με την βοήθεια του Νταίρπφελτ.

Η φλεγόμενη Τροία

Γεννήθηκε το 1822 στο Neubukow της Α. Γερμανίας από φτωχούς γονείς. Το ενδιαφέρον του για την αρχαία Ελλάδα και τα Ομηρικά έπη ξεκίνησε από μικρή ηλικία όταν έπεσε στα χέρια ένα βιβλία αρχαίας ιστορίας που του είχε χαρίσει ο πατέρας που απεικόνιζε μέσα την Τροία στη φλόγες.

Η εικόνα της φλεγόμενης Τροίας δεν σβήστηκε ποτέ από το μυαλό του και πίστευε πως η Τροία ήταν υπαρκτή. Θεωρούσε πως τα Ομηρικά έπη δεν ήταν μόνο μύθοι αλλά περιείχαν και ιστορικά στοιχεία. Μεγαλώνοντας οι οικονομίες του δεν του επέτρεπαν να τα βγάλει πέρα. Άρχισε να δουλεύει από τα 14 χρόνια του σε ένα κατάστημα και εκεί άκουσε να απαγγέλουν για πρώτη φορά Όμηρο στο πρωτότυπο.
Αργότερα μπαρκάρει σε πλοίο που ναυαγεί στης Ολλανδικές ακτές.
Εκεί γίνεται λογιστής σε ένα μεγάλο εμπορικό οίκο. Ταυτόχρονα μαθαίνει διάφορες γλώσσας ανάμεσα τους ελληνική και ρωσική. Αργότερα πάει στην Πετρούπολη και ανοίγει το δικό εμπορικό οίκο. Παντρεύεται την Αικατερίνη Λύσχιν και φεύγει για την Αμερική. Σε ηλικία 36 ετών έχει αποκτήσει μια τεράστια περιουσία. Κλείνει την επιχείρηση του στην Πετρούπολη και αφιερώνεται στο όνειρο της ζωής του.

Ταξίδια και Όνειρο

Ελεύθερος οικονομικά αφιερώνεται στης μελέτες του για την ανακάλυψη της Τροίας. Για την επίτευξη του σκοπού του ταξιδεύει σε διάφορες χώρες της Ευρώπης καθώς και στην Ιταλία σε όλη την Ελλάδα στην Εγγύς και Άπω Ανατολή.
Το 1866 πηγαίνει στο Παρίσι κλασική φιλολογία και αρχαιολογία.
Το 1869 ανακηρύσσετε διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο του Ροστόκ.
Από εδώ και πέρα αρχίζει ουσιαστικά η αναζήτηση του.
Υποστήριζε πως η Τροία βρίσκετε στην θέση Χισαρλίκ και όχι στο Μπουνάρμπασι όπως υποστήριζαν πολλοί εκείνη την εποχή.

Καθώς και για τους τάφους του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας υποστήριζε πως βρισκόταν εντός των τειχών της πόλης των Μυκηνών, οι οποίοι αναφερόταν και από τον Παυσανία.

Και οι δύο υποθέσεις του επαληθεύτηκαν από τον ίδιο αργότερα.
Το 1869 παντρεύετε ξανά με την Σοφία Εγκαστρωμένου (Καστριώτη) και κάνει δυο παιδιά.

Τον Μάιο του 1873 ανακαλύπτει μετά από ανασκαφές πλήθος νομισμάτων και διαφόρων αντικειμένων και πιστεύει πως ανακάλυψε τον θησαυρό του Πριάμου. Πολλά τα μεταφέρει λαθραία στο Λονδίνο και αργότερα στο Βερολίνο όπου στην διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου εξαφανίζονται.

Το 1876 κάνει την δεύτερη μεγάλη ανακάλυψη της ζωής του στης Μυκήνες, όπου βρίσκει 5 θολωτούς τάφους με πλήθος χρυσών κοσμημάτων και χάλκινων όπλων.

Στο επίκεντρο

Ο Σλήμαν βρίσκεται στο επίκεντρο των εφημερίδων και των συζητήσεων σε όλη την Ευρώπη και διεθνώς. Συζητιέται όχι μόνο στους επιστημονικούς κύκλους αλλά και στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.

Όμως ο Σλήμαν δεν σταματάει εδώ, συνεχίζει της έρευνες στην Ιθάκη στον Ορχομενό στην Τίρυνθα. Εδώ ανακαλύπτει το πρώτο μυκηναϊκό ανάκτορο και τον τάφο του Μινύου.

Με όλα αυτά ο Σλήμαν έγινε σύμβολο της αρχαιολογίας, χαρακτηρίστηκε από τον σερ Τζον Μακρς ως η άνοιξη που έσβησε με τον θάνατο του.
Υπήρξε ένας μεγάλος πρόδρομος της εποχής του και πρόσφερε πολλά ακόμα και στις προϊστορικές μελέτες.

Ο Σλήμαν εκτός του άλλων έγραφε με μεγάλη ευκολία και γρήγορα.
Κυρίως σκοπός του η γρήγορη γνωστοποίηση των ανακαλύψεων του στο ευρύ κοινό και σε όλο τον κόσμο.
Μερικά από τα βιβλία του «Ίλιον, η πόλη και η χώρα των Τρώων», «Μυκήναι», «Τροία», «Τίρυνς».
Ο Σλήμαν πέθανε το 1890 τα Χριστούγεννα στην Νεάπολη και τάφηκε στην Αθήνα.

Βιβλιογραφία:

Εγκυκλοπαίδεια ΥΔΡΙΑ εταιρία Ελληνικής Έκδοσης Α.Ε
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
http://el.wikipetia.org
http://www.arhive.gr
http://www.oceanida.gr

ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ


Παλαιών Πατρών Γερμανός (ξυλογραφία)

Κληρικός και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης. Ονομαζόταν Γεώργιος Γκόζιας και γεννήθηκε στη Δημητσάνα στις 25 Μαρτίου 1771, τη Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν η δύσκολη εποχή των Ορλωφικών, που σημαδεύτηκε από τις θηριωδίες των Αλβανών στην Πελοπόννησο. Σπούδασε στη φημισμένη σχολή της πατρίδας του και στο πρώτο σχολείο των ΠΕΡΟΥΚΑΙΩΝ στο  ΑΡΓΟΣ το οποίο  λειτουργούσε από το 1798 στη Μονή τηςΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΚΕΚΚΡΥΜΕΝΗΣ Στη συνέχεια έγινε γραμματέας του μητροπολίτη Αργολίδας Ιάκωβου Πετράκη, οπότε και χειροτονήθηκε ως διάκονος και πήρε το όνομα Γερμανός.

« Η Δημητσάνα, ορεινή κωμόπολις της Γορτυνίας, εφημίζετο κατά τους επί Τουρκοκρατίας χρόνους, δια τε το εύανδρον αυτής, την δραστηριότητα και την παιδείαν των κατοίκων, τον πλούτον εκ τε της εγχωρίου βιομηχανίας, ιδίως της κατασκευής νίτρου και πυρίτιδος, και εκ των εισφορών των αποδήμων, …

Εις ταύτην και τοιαύτην πόλιν εγεννήθη ο ιεράρχης Γερμανός την 25ην Μαρτίου 1771, συνέπιπτε δε τότε προς την μεγάλην Παρασκευήν, εξ ενός χαρά Ευαγγέλια, ετέρωθεν ο Θεάνθρωπος κρεμάται επί ξύλου , ημέρα πένθους, μάλλον συνάδουσα προς τας περιστάσεις… Ο πατήρ του ιεράρχου, χρυσοχόος το επάγγελμα, ωνομάζετο Ιωάννης Γκόζιας ή Γκοζιόπουλος κατά την εγχώριον συνήθειαν, έλκων πιθανώς το γένος αυτός ή πρόγονοι αυτού εκ ομωνύμου χωρίου του δήμου Μαλευρίου της Λακωνίας…

Η δε μήτηρ του Ιεράρχου ωνομάζετο Κανέλλα εκ του γένους Κουκουζοποπούλου…Τας δ’ αρετάς και τον βίον του Ιεράρχου Γερμανού περιέγραψαν και επήνεσαν πάντες αναξαιρέτως ημέτεροι τε και ξένοι συγγραφείς, ιδίως δε ο φίλος αυτού Πουκεβίλ εξήρε τον χαρακτήρα, παραμοιάσας αυτόν προς τον Σωκράτην …» (Προλεγόμενα- Γ. Ι. Παπούλας- Αθήνα 1900- Παλαιών Πατρών Γερμανός- Απομνημονεύματα).

Αργότερα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου παρακολούθησε ανώτερα μαθήματα στην περίφημη Πατριαρχική Σχολή Κουρούτσεσμε. Το Μάρτιο του 1806 ο Γερμανός, εκλέχτηκε σε ηλικία 36 ετών μητροπολίτης Παλαιών Πατρών και η ενθρόνισή του στην Πάτρα έγινε τον Μάιο του 1806. Κατά τον ερχομό του Γερμανού στην Πάτρα, οι πιστοί του επιφύλαξα θερμή υποδοχή. Η ποιμαντορία του στην Πάτρα ήταν επιτυχημένη και ο λαός τον περιέλαβε με μεγάλη αγάπη, σεβασμό και αφοσίωση. Κατά τα έτη 1815-1817, ο Γερμανός διετέλεσε και μέλος της πατριαρχικής Συνόδου της Κωνσταντινούπολης.

Ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί τη σημαία της ελευθερίας. Peter Von Hess.

Το Νοέμβριο του 1818 ο Γερμανός μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Τα χρόνια της προετοιμασίας του αγώνα είχε δυναμική συμβολή. Στις 17 Μαρτίου στην Αγία Λαύρα συμφώνησε για την κήρυξη της επανάστασης στη σύσκεψη με τους προκρίτους – αν και είχε τη γνώμη ότι δεν έπρεπε να επισπευσθεί ο αγώνας, όπως έλεγε ο ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ – και στις 21 Μαρτίου, αφού ευλόγησε τη σημαία της Επανάστασης, όρμησε με τους άλλους προκρίτους εναντίων της πόλης των Καλαβρύτων και την κατέλαβαν.  Την 23η Μαρτίου, επικεφαλής των επαναστατικών δυνάμεων της Αχαΐας, μπήκε  στην Πάτρα. ο Γερμανός οργάνωσε και πραγματοποιήθηκε τελετή ύψωσης και ευλογίας των επαναστατημένων όπλων στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, σε μια μεγαλειώδη συγκέντρωση. Την επομένη, ο Γερμανός έστειλε εγκύκλιο στους πρόξενους των ξένων δυνάμεων με τον σκοπό της εξέγερσης, ζητώντας υποστήριξη και προστασία.

Τον Οκτώβριο του 1822 μετέβη στη Ρώμη μαζί με τον Γ. Μαυρομιχάλη, σαν απεσταλμένος του αγωνιζόμενου Έθνους για την ενημέρωση της γειτονικής Ιταλίας και του Βατικανού, όπου και παρέμεινε μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 1824. Παράλληλα οι δύο άνδρες είχαν την αποστολή να ενημερώσουν όλους τους επιφανείς πατριώτες του εξωτερικού, μεταδίδοντας και διαδίδοντας την επιθυμία των Ελλήνων για αποτίναξη του ζυγού και ελευθερία και αποκομίζοντας κάθε είδους υποστήριξη από αυτούς και από τα ξένα κράτη. Η αποστολή του Γερμανού εξέφρασε εκείνη την περίοδο την επίσημη φωνή της επαναστατημένης Ελλάδας στο εξωτερικό και απέφερε αρκετά οφέλη στην επανάσταση .

Όταν επέστρεψε ο Γερμανός στην Ελλάδα, μαινόταν ο εμφύλιος σπαραγμός. Αφού είδε ότι οι παραινέσεις του δεν γίνονταν αποδεκτές, αποσύρθηκε αποκαρδιωμένος στη μονή της Χρυσοποδαρίτισσας. Εκεί, με εντολή του Γκούρα, οι στρατιώτες τον απήγαγαν με βία και τον έσυραν πεζό μέχρι τη Γαστούνη, το χειμώνα του 1825. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο σοβαρός κλονισμός της υγείας του.

Έλαβε μέρος στις εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στα 1826 και διορίστηκε μέλος της επιτροπής για εξωτερικές υποθέσεις. ΣτοΝΑΥΠΛΙΟ ο Γερμανός προσεβλήθη από λοιμώδη νόσο από την οποία και απεβίωσε στις 30 Μαΐου 1826. Τάφηκε με τιμές και τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Δημητσάνα.

Στα τελευταία του χρόνια ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έγραψε τα απομνημονεύματά του, στα οποία αναφέρονται τα γεγονότα της Επανάστασης μέχρι το τέλος του 1822.

Πηγές

  • Αινιάν Δημήτριος, «Γερμανός ο Παλαιών Πατρών», της Βιβλιοθήκης του Λαού παράρτημα πρώτον, Αθήνησιν: Εκ του Τυπογραφείου Αθηνάς,1854.
  • Γερμανού Π. Πατρών Μητροπολίτου, «Απομνημονεύματα: Επιγραφόμενα απομνημονεύματα τινα της κατά του τυράννου των Ελλήνων οπλοφορίας, καί τινων πολιτικών συμβεβηκότων εν Πελοποννήσω κατά την πρώτην της διοικήσεως περίοδον», έκδοσις υπό Γ. Ι. Παπούλα μετά προλεγομένων υπό του ιδίου. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Σπύρου Τσαγγάρη, 1900.
  • Ιωάννη Π. Χαβιαρλή, « Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους », Άργος, 2004.
  • Petter Von Hess, «1821 Η Ελληνική Επανάσταση», Εκδόσεις Δέλτα, Αθήνα, 1996.

*********************************************************

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα (1771-1825)


Η θρυλική καπετάνισσα της Επανάστασης, κόρη του πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της Σκεύως από την Ύδρα. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν η μητέρα της είχε μεταβεί, για να συναντήσει τον φυλακισμένο σύζυγό της. Το 1788 παντρεύτηκε τον Δημ. Γιάννουζα από τις Σπέτσες και απέκτησε μαζί του τρία παιδιά. Χάθηκε όμως, πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών (1797) και η Μπουμπουλίνα ξαναπαντρεύτηκε το 1801 τον επίσης σπετσιώτη αλλά και πολύ πλούσιο καραβοκύρη Δημ. Μπούμπουλη, με τον οποίο απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Μα και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, γιατί κι αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών το 1811.

Με το όνομα του δεύτερου άνδρα της έμεινε στην ιστορία. Επειδή ο άνδρας της Μπούμπουλης ήταν ρωσόφιλος, κινδύνευσε μετά τον θάνατό του να χάσει η Μπουμπουλίνα την περιουσία της. Κατέφυγε τότε στο Ρώσο πρέσβη Στρογγάνοφ στην Πόλη, συνάντησε τη σουλτάνα Βαλιδέ και κατόρθωσε να γλιτώσει την περιουσία της από τη δήμευση.

Ήταν δραστήρια και πολύ δυναμική γυναίκα. Μπόρεσε και μεγάλωσε την περιουσία του άνδρα της κι έχτισε άλλα τρία πλοία, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο «Αγαμέμνων» για το μέγεθός του και την ομορφιά του. Είχε 18 κανόνια και ήταν φτιαγμένο για ν’ αντέχει κάθε είδους κακουχία. Ίσως να ήταν, επίσης, η μοναδική γυναίκα που γνώριζε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και όταν ξέσπασε η επανάσταση, ήταν πανέτοιμη.

Διέθεσε τα καράβια της και τον πλούτο της για τον αγώνα. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού. Όταν κάποια στιγμή οι καπεταναίοι της στεριάς έκαμαν πίσω και έλυσαν την πολιορκία, η Μπουμπουλίνα ξεμπάρκαρε στους Μύλους, καβάλησε άσπρο άλογο, έφτασε στο Άργος και έδωσε θάρρος στους μαχητές. Ντυμένη ανδρικά και ζωσμένη τ’ άρματα, έμοιαζε με ηρωίδα των παραμυθιών. Ήταν ψηλή, επιβλητική, με υψηλό φρόνημα, με θερμό πατριωτισμό. Τους έδωσε πολεμοφόδια, τους ψύχωσε και η πολιορκία ξανάρχισε. Αργότερα τη συναντάμε στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και μετά στην ΤΡΙΠΟΛΗ με τους στεριανούς. Εκεί ήταν, όταν έπεσε η Τρίπολη, πλάι στον Κολοκοτρώνη και τον ΠΛΑΠΟΥΤΑ Ύστερα επέστρεψε πάλι στην πολιορκία τ’ Αναπλιού.

Όταν οι Έλληνες πήραν τ’ Ανάπλι (30-11-1822), έμεινε εκεί, ζώντας με τη μικρή περιουσία που της είχε μείνει. Πάντρεψε την κόρη της Ελένη με τον Πάνο, το γιο του Θ. Κολοκοτρώνη, που ήταν τότε φρούραρχος Ναυπλίου. Άρχισε μετά ο εμφύλιος. Ο Πάνος παρέδωσε την πόλη στο νέο εκτελεστικό με εντολή του πατέρα του, για να αμβλυνθούν τα πνεύματα κι οι αντιθέσεις. Η Μπουμπουλίνα τέθηκε υπό διωγμόν. Οι Κουντουριωταίοι την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τ’ Ανάπλι και να εγκατασταθεί στις Σπέτσες. Από πείσμα ξαναγύρισε. Και τότε ο Γ. Κουντουριώτης έστειλε τον αστυνόμο στο σπίτι του  ΝΙΚΗΤΑΡΑ όπου έμενε, και την έδιωξε πάλι.

Έκτοτε έμενε στις Σπέτσες πικραμένη. Τόσο είχε μοχθήσει και είχε αγωνιστεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου κι όμως της απαγόρευαν να μένει εκεί. Από τις Σπέτσες παρακολουθούσε τα θλιβερά γεγονότα του εμφυλίου. Ο γαμπρός της Πάνος σκοτώθηκε (13 Νοεμβρίου 1824) έξω από την Τρίπολη. Ο συμπέθερός της Θ. Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε στην Ύδρα. Ο γιος της Γιάννης Γιάννουζας* είχε σκοτωθεί στη μάχη του Ξεριά Άργους, πολεμώντας εναντίον του Κεχαγιάμπεη.

Ο Φεβρουάριος του 1825 βρίσκει τη Μπουμπουλίνα να ζει στο σπίτι της στις Σπέτσες, άνευ σχεδόν περιουσίας, πικραμένη με τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Στις 12 Φεβρουαρίου αποβιβάζεται σχεδόν ανενόχλητος στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ με 4.400 άντρες, δύναμη που οι Έλληνες ευκολότατα μπορούσαν να κατατροπώσουν εάν δεν σπαράσσονταν τότε μεταξύ τους από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Η δύναμη αυτή του Ιμπραήμ, ήταν το προγεφύρωμα της κύριας εισβολής που ακολούθησε και είχε σαν αποτέλεσμα την ανακατάληψη από τους Τούρκους του μεγαλύτερου και πάλι μέρους της Πελοποννήσου και τη σφαγή και τυραννία του πληθυσμού της για σχεδόν ακόμη τρία χρόνια. Μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ, οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι βγάζουν τον Κολοκοτρώνη από την φυλακή και του αναθέτουν την αρχιστρατηγία.

Η φιλοπατρία της Μπουμπουλίνας υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, της πικρίας της δηλαδή, και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες για να λάβει μέρος στον καινούργιο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από Σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825 στο σπίτι του πρώτου άντρα της, του  Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια Κούτση, λόγω της απαγωγής της κόρης του Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενίας, από τον γιο της Μπουμπουλίνας Γεώργιο Γιάννουζα. Τα σκληρά και αμείλικτα λόγια της Καπετάνισσας είναι αρκετά για να οπλίσουν τελικά το χέρι, του αγνώστου λόγω σκότους, δολοφόνου.

Ήταν λοιπόν τραγικό και άδοξο το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη για την πατρίδα. Το όνομά της του οποίου η φήμη απλώθηκε σε όλο τον κόσμο και συνδέθηκε τόσο με την  πολιορκία του Ναυπλίου, αντηχεί ακόμα επάνω από τον κρότο των τηλεβόλων. Επί γενεές απόγονοι της Μπουμπουλίνας υπηρέτησαν πιστά την πατρίδα μέσα από τις τάξεις του Πολεμικού ναυτικού. Έντεκα κατευθείαν απόγονοί της υπήρξαν ανώτεροι αξιωματικοί. Δύο από αυτούς αποστρατεύθηκαν με το βαθμό του υποναυάρχου και άλλοι δύο με το βαθμό του ναυάρχου. Τρεις από αυτούς ασχολήθηκαν αργότερα με την πολιτική και υπηρέτησαν ως βουλευτές και υπουργοί. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή. Επίσης ως ένδειξη τιμής, σε πολλούς δρόμους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας έχει δοθεί το όνομά της.

Το 1959 γυρίστηκε ταινία βασισμένη στη ζωή της ηρωίδας. Ο τίτλος της ήταν Μπουμπουλίνα και την ομώνυμη ηρωίδα υποδύθηκε η Ειρήνη Παππά.

Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας


Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας κτίστηκε περί τα τέλη του 17ου αιώνα από Μαυριτανό αρχιτέκτονα. Το περίγραμμα του κτιρίου αν το κοιτάξουμε από ψηλά είναι σχήματος Π. Το σχήμα αυτό για την αρχιτεκτονική των Σπετσών εκείνης της εποχής, υποδείκνυε την σπουδαιότητα του ιδιοκτήτη. Οι περισσότεροι προύχοντες του νησιού είχαν σπίτια σχήματος Π.

Το Αρχοντικό έχει ισόγειο και δύο ορόφους. Εξωτερική πέτρινη σκάλα συνδέει τη μπροστινή εσωτερική αυλή με τον πρώτο όροφο. Μετατράπηκε το 1991 από τον ιδιοκτήτη και απόγονο της ηρωίδας, Φίλιππο Δεμερτζή – Μπούμπουλη, σε μουσείο, το οποίο υποδέχεται πλήθος επισκεπτών. Σε αυτό μπορεί κανείς να δει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα, διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις και πολλά άλλα.

Ο ιστορικός και αυτόπτης μάρτυρας Ανάργυρος Χατζή- Αναργύρου γράφει:


“…μάλιστα δε το σπάνιο γεγονός εις τα χρονικά των εθνών, μία γυνή να επιστρατεύση, γυνή πλουσία, αποφασίσασα και πλοία και χρήματα και υιούς ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος να προσφέρη. Αυτή δε η γυνή είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, την οποίαν τα έθνη ανευφήμησαν και εχαιρέτισαν ως ηρωίδα. Ήτο δε πράγματι λεοντόθυμος. Το 1821, Δεκεμβρίου 4, εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, το ενθυμούμεθα, επιβαίνουσα σε ίδιον πλοίο της, μόνη διέταξε την έφοδο εις τας λέμβους κατά του φρουρίου.

Αύται δε επιτίθενται, αλλ’ αι σφαίραι και οι μύδροι από των επιθαλασσίων προμαχώνων τας κανονοστοιχίας χαλαζηδόν επιπίπτοντες, υποχρεούν τους ανδρείους της να υποχωρήσωσι προς ολίγον. Εξανίσταται τότε η Αμαζών, επισκοπούσα από των εδωλίων της νήος, και τους βοά …Είσθε λοιπόν γυναίκες και όχι άντρες; Εμπρός! Οι αξιωματικοί την υπακούουν, μάχονται, θνήσκουν, επανελθόντες εις την τάξιν, αλλ’ εις μάτην, το φρούριο διά θαλάσσης ήτο απόρθητον. Διό μετέβη εις την ξηράν και εκεί εστρατήγει μέχρι της παραδόσεως του Ναυπλίου, τη 30 Νοεμβρίου 1822, συμμετέχουσα των έργων της πολιορκίας, οδηγούσα τα παλικάρια της, χορηγούσα τους θησαυρούς της.”

*Η προέλαση των Τούρκων στο Άργος και ο θάνατος του Γιάννη Γιάννουζα


Σε όλο αυτό το διάστημα, ο οθωμανός διοικητής της Πελοποννήσου Μεχμέτ Χουρσίτ πασάς βρισκόταν στην Ήπειρο, στην εκστρατεία κατά του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Όταν όμως πληροφορήθηκε τις κινήσεις των Ελλήνων, έστειλε, στις αρχές Απριλίου, τον κεχαγιά του, Μουσταφά μπέη με 3.500 άνδρες για να καταπνίξουν την εξέγερση στην Πελοπόννησο.

Μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα οι εμπειροπόλεμοι αυτοί Αλβανοί προήλασαν ταχύτατα στο εσωτερικό της Πελοποννήσου, έκαψαν τη Βοστίτσα και διέλυσαν την πολιορκία του Ακροκορίνθου. Αμέσως μετά επιτέθηκαν στο Άργος και αιφνιδίασαν τον απροετοίμαστο πληθυσμό. Επακολούθησαν σφαγές και αιχμαλωσίες μαχητών και αμάχων.

Στις 24 Απριλίου, στην προσπάθεια του να αναχαιτίσει τον στρατό του Μουσταφά, ένα ολιγομελές σώμα Αργείων και Σπετσιωτών αποδεκατίστηκε σε μία μάχη στο πέρασμα του χειμάρρου Ξηριά, στα περίχωρα της πόλης. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας.

Το συγκεκριμένο περιστατικό μνημονεύει ως «αληθή φρικτό πόλεμο» ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνου, αυτόπτης μάρτυς και πρωτόπειρος αγωνιστής της ένοπλης ομάδας που είχε σταλεί από τον Κολοκοτρώνη για να υποστηρίξει όσους μάχονταν στην περιοχή. Μετά την ήττα των Ελλήνων, οι πολεμιστές του Κεχαγιάμπεη μπήκαν στο Άργος, θανάτωσαν αμάχους, λεηλάτησαν περιουσίες. Όσοι κατόρθωσαν να διαφύγουν στους Μύλους βρήκαν προστασία στη μικρή ελληνική δύναμη που στρατοπέδευε εκεί, υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη, τον Π. Μαυρομιχάλη, την Μπουμπουλίνα και άλλους οπλαρχηγούς, ενώ αναφέρεται ότι αρκετές οικογένειες μεταφέρθηκαν με διάφορα πλοιάρια στις Σπέτσες.

Η αποτυχία αυτή προκάλεσε την προσωρινή διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου, ενώ τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν σχεδόν ανενόχλητα προς την Τριπολιτσά, όπου έφθασαν στις 6 Μαΐου 1821. Μνημονεύοντας τον θάνατο του Γιάννουζα, ο ολλανδός  Tairbout de Marigny γράφει  ότι η Μπουμπουλίνα έτρεξε επιτόπου για να περισώσει  τα λείψανα του γιου της, γιατί οι Τούρκοι είχαν κόψει το κεφάλι του.

«Προσπαθεί , ανάμεσα στα πτώματα, να τον αναγνωρίσει και με το ίδιο της το χέρι θυσιάζει τρεις Τούρκους στο βωμό του. Η ίδια η Μπουμπουλίνα ενημέρωσε τη Διοίκηση των Σπετσών για το θλιβερό γεγονός με αυτά τα λόγια: “Ο γιος μου είναι νεκρός αλλά το Άργος έμεινε στα χέρια μας’’ (…) Ύστερα από την υποχώρηση των Τούρκων έκοψε μερικά κομμάτια από την ενδυμασία των σκοτωμένων  Τούρκων και τα φύλαξε  ως κειμήλια».

Μαυροφορεμένη, με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι τη γνώρισε τότε και ο Kosterus, ένας γερμανός αξιωματικός στρατιωτικός που ταξίδεψε το 1821 από τη Μασσαλία για τον Μοριά· «μ’ όλο που πολλά από όσα γράφονται γι’ αυτή είναι υπερβολικά, πρόκειται για πραγματική πατριώτισσα», γράφει στο χρονικό του.

Μετά τον θάνατο του γιου της, η Μπουμπουλίνα επανήλθε με περισσότερο πείσμα στην πολιορκία του Ναυπλίου με τον «Αγαμέμνονα» που τώρα κυβερνούσε ο Αντώνιος Παργιανός. Παρέμεινε εκεί τουλάχιστον ως τον Αύγουστο του 1822. ( Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», σελ. 51-52)

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.